Πολλές φορές αναλογίζουμε τι πάει λάθος στον τόπο μας που ενώ θα μπορούσε -όπως έγραψε το 1835 ο μέγας Γάλλος λογοτέχνης Λαμαρτίνος να ήταν ο κήπος του κόσμου– κάπως, και με ένα περίεργο τρόπο, συμβαίνει κάτι το αναπάντεχο και ανεξήγητο και τα πράγματα αίφνης αλλάζουν, μπερδεύονται και αναποδογυρίζονται με συχνά απρόσμενα και αρνητικά αποτελέσματα!
Χρόνια ψάχνω να καταλάβω και να δικαιολογήσω νοοτροπίες και συμπεριφορές που κυριάρχησαν και κυριαρχούν και σήμερα στο νησί. Συμπεριφορές που έχουν να κάνουν με τη σχέση ή καλύτερα την απουσία σχέσης με τη σύγχρονη πραγματικότητα, με τη γνώση και το περιβάλλον, με μεγέθη, τόσο δικά μας όσο και τα γύρω, εν ολίγοις με όλα αυτά που μας καθορίζουν σήμερα.
Βαθύτερα ακόμη και με μια ηθελημένη παρανόηση στην αντίληψη εννοιών ή ακόμη και λέξεων. Βλέπε ανάπτυξη και δημόσιο συμφέρον και κοινό καλό.
Εδώ ζω, βλέπω τριγύρω μου με ανοιχτά μάτια, μετέχω όσο μπορώ εκεί όπου μπορώ, αλλά τα ερωτήματα εμμένουν, φορές βασανιστικά, συχνότερα ανεξήγητα.
Διαβάζω προσεκτικά παλαιά και σύγχρονα συγγράμματα, άρθρα παλαιών και ξεθωριασμένων εφημερίδων για να βρω απαντήσεις, αναζητώ επίμονα, ιδιαίτερα όταν κουβεντιάζω με αληθινούς Κυπραίους μιας άλλης εποχής, να μου εξηγήσουν τι στο καλό παθαίνουμε και αντί να επιλέγουμε την ευθεία οδό προτιμάμε κάτι στενοσόκακα που μας βγάζουν σε αδιέξοδα.
Φορές μου φταίει η γεωγραφία, ιδιαίτερα όταν από το μπαλκόνι μου βλέπω τον χιονισμένο Ταύρο, αλλά κατανοώ γιατί οι παλαιοί επέλεξαν να τοποθετήσουν την πρωτεύουσα ενός νησιού στη μέση μιας πεδιάδας.
Η ιστορία όμως έχει αποδείξει ότι δε φταίει ούτε η γεωγραφία ούτε η γεωλογία, τουναντίον και οι δυο πρόσφεραν και φαίνεται ότι θα συνεχίσουν να προσφέρουν αφειδώλευτα στο νησί. Αυτό που μάλλον φταίει είναι οι ανθρώπινες συμπεριφορές και οι αχόρταγες φιλοδοξίες που ταρακουνούν την ομαλή επιβίωση και εξέλιξη ενός τόπου.
Ανάμεσα στα πολλά που περνούν από τα μάτια μου διάβασα ένα παραμύθι που εντόπισα στο Τεύχος 2 του Σωματείου της Μηλιάς Αμμοχώστου που υπογράφεται από τον Παπαχαράλαμπον Κυριακού, ετών 90 γέννημα θρέμμα της Μηλιάς, και εκεί βρήκα ίσως μια απάντηση.
Σας το αφιερώνω. Να το διαβάσετε προσεχτικά λέξη – λέξη, να θαυμάσετε τη λαλιά μας πρώτα και μετά να ψυχολογήσετε τους χαρακτήρες, τον βκιολάρην την γεναίκαν, και τον γιον του και βέβαια την κουφήν!
Μιαν φοράν τζι έναν τζαιρόν είσιεν ένα βκιολάρην. Έσσω του τζι έξω του είσιεν έναν βκιολίν. Έπαιζεν εις τους γάμους τζι έβκαλλεν το ψουμίν του.
Μια ημέρα εκαλέσαν τον να πα να παίξει βκιολίν εις έναν μακρινόν χωρκό. Έπκιασεν το βκιολίν του τζι εξεκίνησεν να πάει. Μισόστρατα εποστάθην τζι έκατσεν σ’ έναν νοσσιόν του κρεμμού να πνάσει. Ύστερα που λλίον έδοξεν του να παίξει βκιολίν.
Άξαφνα άκουσεν κοντά του έναν να σφυρά. Γυρίζει ποτζεί τζ’ ίντα να δει: Μια κουφάτσα φίνα εχόρευκεν τζι εσφύραν. Που τον φόον του έχασεν τα πάτερά του. Με βκιολίν εμπορούσε να παίξει με τίποτε. Επολοήθην η κουφή τζαι λαλεί του:
–Παίξε τζαι μεν φοάσαι τζι εγιώ εννα σε πκιερώσω
Έπαιξεν της κουφής τζι εχόρευκεν, ώσπου τζι εβαρέθην. Τότες έμπην μέσ’ στην τρύπαν της τζι έπκιασεν καμπόσες λίρες τζι έφερεν του. Χαρούμενος ο άνθρωπος επήρεν τες της γεναίκας του. Όσες φορές εχρειάζετουν ππαράες, επήαιννεν, έπαιζεν βκιολίν της κουφής, τζι έφερνεν λίρες.
Ύστερα που καμπόσον τζαιρόν ο βκιολάρης έλειπεν εις τα ξένα. Η γεναίκα του εν είσιεν να φάει τζι επαράντζειλεν του γιου της να πα να παίξει βκιολίν της κουφής να φέρει ππαράες. Επήεν ο γιος της, έπαιξεν της κουφής να χορεύκει, ώσπου να ποσταθεί.
Σαν έπαιζεν όμως, εσκέφτην να μεν πηαίνει τζαι να’ ρκεται τζαι να πκιάσει τες λίρες μονομιάς. Θωρείς τον, σαν εχόρευκεν η κουφή, τραβά την σαΐτταν του, φακκά της μιαν της κουφής τζι έκοψεν τον νούρον της. Η κουφή εθύμωσεν τζι εδάκκασεν τον γιον του βκιολάρη τζι επέθανεν.
Ύστερα που κάμποσον τζαιρόν ήρτεν ο βκιολάρης που τα ξένα τζ’ είεν την γεναίκαν του μαυροφορεμένην. Άμαν τζ’ έμαθεν την αιτίαν, επήεν εις τον κρεμμόν. Ήβρεν τζαχαμαί το βκιολίν του τζαι τα κόκκαλα του γιου του. Έπκιασεν το βκιολίν του τζ’ αρκίνησεν να παίζει. Επαρουσιάστην η κουφή με κομμένον τον νούρον της τζαι λαλεί του:
–Θωρείς τζειν τα κόκκαλα; Εν του γιου σου που έθελεν να με σκοτώσει τζι έκοψεν τον νούρον μου. Να χωριστούμεν σα φίλοι, γιατί ώσπου θωρείς τα κόκκαλα του γιου σου τζι εγιώ τον νούρον μου κομμένον, για εσού εν να με σκοτώσεις, για εγώ εν να σε δακκάσω να πεθάνεις.
Έτσι εχωριστήκασιν για πάντα, μα η κουφή η φίνα έμεινεν κουτσονούρα.
Τελικά ποιος είναι ο κερδισμένος και ποιος είναι ο χαμένος από αυτή την ιστορία; Σίγουρα ούτε ο βκιολάρης, ούτε η γεναίκα του, αλλά ούτε η κουφή που έχασεν τον νούρον της! Η αιτία του κακού άραγε ποια είναι; Ποιος σκότωσε την κουφήν που έφερνε τα λεφτά; Σκεφτείτε το!
Ελεύθερα, 29.03.2026
Philenews
Why the 'Deaf Fine Lady' is a Fool
The author reflects on the causes of stagnation and problems in Cyprus, rejecting geographical and geological explanations. He focuses on human behaviors, mindsets, and the lack of adaptation to modern reality as key factors. Through reading and discussions with older generations, he seeks answers, concluding that 'the deaf fine lady' (indifference and lack of seriousness) is a characteristic of Cypriot society. He refers to a fairytale found in a local magazine, which he uses as a metaphor to explain the Cypriot tendency to avoid confronting their problems honestly and preferring easy solutions. The narrative emphasizes the need for a more mature and responsible approach to addressing the challenges facing Cyprus.