Το πρόβλημα δεν είναι αν το βίντεο είναι μονταρισμένο. Ούτε αν οι συνομιλίες αποσπάστηκαν, αλλοιώθηκαν ή παρουσιάστηκαν επιλεκτικά. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι, ακόμη και αν αφαιρεθεί το βίντεο από την εξίσωση, το αφήγημα που περιγράφει δεν ξενίζει. Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό.
Η κυπριακή κοινωνία δεν σοκάρεται πια εύκολα από υπαινιγμούς για άτυπους μεσάζοντες, «πρόσβαση» στην εξουσία, πολιτικές διευκολύνσεις και χρηματοδοτήσεις που κινούνται στην γκρίζα ζώνη της νομιμότητας. Όχι επειδή τα αποδέχεται, αλλά επειδή τα έχει ξαναδεί. Επειδή τα έχει ξανακούσει. Και, κυρίως, επειδή σπανίως είδε πραγματικές συνέπειες και τιμωρία.
Γι’ αυτό και η κυβερνητική αντίδραση, περιορισμένη σε χαρακτηρισμούς περί «προϊόντος μοντάζ», «κακόβουλων ενεργειών», «σκευωριών» από τους Τούρκους ή τους Ρώσους. Δεν αρκεί θεσμικά, δεν αρκεί πολιτικά και σίγουρα δεν αρκεί κοινωνικά. Όταν η δημόσια συζήτηση αγγίζει τον πυρήνα της άσκησης εξουσίας και τη σχέση πολιτικής και χρήματος, η απάντηση δεν μπορεί να είναι επικοινωνιακή άμυνα. Η επίκληση σκοτεινών κινήτρων τρίτων δεν συνιστά απάντηση. Συνιστά υπεκφυγή.
Δεν μπορεί να είναι ούτε μια τυπική καταγγελία στην Αστυνομία όπως έτρεξε να κάνει ο τέως υπουργός Ενέργειας, Γιώργος Λακκοτρύπης, ο οποίος παρουσιάζεται στο βίντεο ως ο μεσάζων και συνεργάτης του Προέδρου. Διότι το ζήτημα δεν είναι, τουλάχιστον προς το παρόν, ποινικό. Είναι πολιτικό και βαθύτατα θεσμικό. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εξουσία, τον τρόπο με τον οποίο κυκλοφορεί το χρήμα γύρω της και τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται τη λογοδοσία.
Το βίντεο, είτε αυθεντικό είτε προϊόν επεξεργασίας, δεν θα στεκόταν μόνο του αν δεν πατούσε πάνω σε ένα ήδη επιβαρυμένο έδαφος όπου η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς έχει υπονομευθεί από διαδοχικές υποθέσεις, μισές αλήθειες και μια χρόνια αδυναμία ουσιαστικής αυτοκριτικής. Πατά πάνω σε ένα σύστημα που έχει μάθει να επιβιώνει χωρίς να αλλάζει. Μάλλον να σαπίζει!
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν, στο πλαίσιο αυτό, οι αναφορές ότι μέρος των χρημάτων που φέρονται να δίνονταν ως «δωρεές» διοχετεύονταν στον Ανεξάρτητο Φορέα Κοινωνικής Στήριξης, το ταμείο που συνδέεται με την Πρώτη Κυρία. Όχι επειδή η κοινωνική προσφορά τίθεται υπό αμφισβήτηση, αλλά επειδή η άρνηση διαφάνειας γύρω από τον Φορέα έχει μετατραπεί σε συνειδητή πολιτική επιλογή.
Η κυβέρνηση αρνήθηκε να αποδεχθεί το αυτονόητο: ότι σε έναν Φορέα που συνδέεται άμεσα με το Προεδρικό, η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει ποιοι εισφέρουν, τι ποσά εισφέρονται και πώς αυτά αξιοποιούνται. Και όταν η διαφάνεια παρουσιάζεται ως «επίθεση» ή «υποψία», τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η επίκληση της «ανεξαρτησίας» του Φορέα δεν λειτουργεί ως ασπίδα. Λειτουργεί ως άλλοθι. Διότι η ανεξαρτησία χωρίς λογοδοσία είναι κενό ελέγχου. Και αυτό το κενό, στη συγκεκριμένη συγκυρία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την εικόνα της Κύπρου διεθνώς.
Την ίδια στιγμή που ο Πρόεδρος επιχειρούσε, σε διεθνή φόρα, να αναστρέψει την εικόνα μιας χώρας ταυτισμένης με σκάνδαλα, διαφθορά και θεσμικές εκπτώσεις, στο εσωτερικό παγιωνόταν η αίσθηση ότι οι πρακτικές αυτές όχι μόνο δεν εγκαταλείφθηκαν, αλλά επανασυστήθηκαν με πιο «εκλεπτυσμένο» τρόπο μέσα στη θητεία του Νίκου Χριστοδουλίδη. Με λιγότερο θόρυβο. Με περισσότερη θολούρα.
Και εδώ αναδεικνύεται η κεντρική πολιτική αποτυχία. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης εξελέγη επενδύοντας στο αφήγημα του διαφορετικού, του αντισυστημικού, του πολιτικού που δεν ανήκει στις παθογένειες του παρελθόντος και που θα συγκρουστεί με τη διαφθορά. Σήμερα, όμως, η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι απλώς εικόνα συνέχειας της διακυβέρνησης Αναστασιάδη. Είναι εικόνα εξέλιξης αυτών των πρακτικών σε πιο κλειστό, πιο άτυπο, ύπουλο και τελικά πιο ανεξέλεγκτο επίπεδο. Διότι η διαφθορά δεν γεννιέται από το πουθενά, αλλά καλλιεργείται και ενισχύεται μέσα από τον τρόπο που διοικεί τη χώρα ο Νίκος Χριστοδουλίδης. Και αν δεν το έχει αντιληφθεί, από την Πέμπτη η κοινωνία τον καλεί να λογοδοτήσει και να αναφερθεί ο ίδιος στις σκοτεινές διαδρομές των ποσών που εισέπρατταν ο ίδιος και οι συνεργάτες του, τόσο κατά την προεκλογική του ως υποψήφιος όσο και ως Πρόεδρος.
Μέχρι την ώρα που γράφεται αυτό το άρθρο, δηλαδή Παρασκευή απόγευμα, η κυβέρνηση δεν απάντησε καθαρά και χωρίς περιστροφές για τις πρακτικές που ακολουθούνται αποσπώντας χρηματικά ποσά από επενδυτές. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε την επικοινωνιακή διαχείριση και τη μετατόπιση του όλου ζητήματος στα κίνητρα του βίντεο παρά την ουσία. Σε ένα κράτος δικαίου, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η παρανομία. Είναι η θολούρα. Είναι η συστηματική αποφυγή της ουσίας. Είναι η κανονικοποίηση της αδιαφάνειας. Και όσο αυτή γίνεται ανεκτή, κανένα βίντεο, αληθινό ή όχι, δεν θα είναι απλώς «ένα βίντεο». Θα είναι ένδειξη. Και το ερώτημα δεν είναι αν ενοχλεί την κυβέρνηση. Είναι αν η κυβέρνηση κατανοεί, έστω και τώρα, τι αποκαλύπτει.
It's Not the Video. It's the System.
The article focuses on a video that has been circulated and caused reactions, but argues that the real problem is not the authenticity of the video, but the fact that its content no longer shocks Cypriot society. It is pointed out that society has become accustomed to hints of intermediaries, political favors, and funding in the gray area of legality, and rarely sees real consequences. The government's response is characterized as inadequate, as it is limited to questioning the video's authenticity. The author emphasizes that the issue is political and institutional, concerning the way power operates and the lack of accountability. Specific reference is made to the Independent Social Support Agency and the refusal of transparency regarding its funding.
Similar Articles
You Might Also Like
Οπαδοί του τίποτα και τα κόμματα του «ό,τι κάτσει»
Dec 23
(Αν)ισότητα φύλων: Ατύχημα ή πολιτική επιλογή;
Jan 6
Τα 10 κορυφαία πολυτελή χειμερινά θέρετρα στον κόσμο
Jan 10
Εξουσία μοντάζ και «girlfriend»
Jan 10
Το Προεδρικό ως μήτρα σκιών
Jan 11