Δεν ξέρω τι είναι πιο ανησυχητικό: τα καραγκιοζιλίκια του Φειδία Παναγιώτου; Οι θεωρίες περί παγκόσμιας διακυβέρνησης του Λαούρη; Η ιδεολογία του «Λουκάνικου» περί ανατροπής του συστήματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και αντικατάστασής του από την άμεση δημοκρατία; Οι γραφικοί και περίεργοι τύποι που παρελαύναν μπροστά από τον ευρωβουλευτή για να περάσουν από «συνέντευξη», εκφράζοντας το ενδιαφέρον τους για υποψηφιότητα;
Ή το προχθεσινό περιστατικό με την υποψήφια του κόμματός του, η οποία παραδέχθηκε ότι είχε συλληφθεί και εκτίσει ποινή στα κατεχόμενα για διακίνηση ναρκωτικών, αλλά -όπως μας είπε- επειδή δεν αναγνωρίζουμε (ορθώς) «νόμους» και «θεσμούς» ενός ανύπαρκτου κράτους, η πράξη θεωρείται ως μη γενόμενη;
Υπάρχουν πολλές διαστάσεις σε αυτή την ιστορία. Ξεκινώντας από το τελευταίο, που αφορά την περίπτωση της συγκεκριμένης υποψήφιας, προκύπτει ένα βασικό ερώτημα: πώς χειρίζεται η Δημοκρατία τέτοιες περιπτώσεις;
Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, υποψηφιότητα για τη Βουλή μπορεί να υποβάλει κάθε πολίτης, εφόσον κατά τον χρόνο της εκλογής:
>> είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας,
>>έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του,
>>δεν έχει καταδικαστεί, πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος, για ατιμωτικό αδίκημα ή αδίκημα ηθικής αισχρότητας, ούτε έχει στερηθεί της εκλογιμότητας κατόπιν δικαστικής απόφασης για εκλογικό αδίκημα,
>>δεν πάσχει από διανοητική νόσο που να τον καθιστά ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντά του ως βουλευτής.
Αυτό που παραμένει αναπάντητο είναι τι ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια παραδέχεται ότι συνελήφθη και εξέτισε ποινή για διακίνηση ναρκωτικών. Επομένως, το ουσιαστικό ερώτημα είναι: τι συνιστά «ατιμωτικό αδίκημα» ή «αδίκημα ηθικής αισχρότητας»; Πρόκειται για πρόνοια που θεσπίστηκε πριν από σχεδόν 70 χρόνια, με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση, η διακίνηση ναρκωτικών αποτελεί σοβαρό ποινικό αδίκημα. Εδώ όμως ανακύπτει μια στρέβλωση: η σύλληψη και η φυλάκιση έγιναν στα κατεχόμενα. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Παύει να υφίσταται το αδίκημα επειδή τελέστηκε και τιμωρήθηκε σε μια περιοχή όπου δεν αναγνωρίζονται οι παράνομες αρχές; Και γιατί το κράτος δεν έχει μεριμνήσει μέχρι σήμερα να δώσει σαφείς απαντήσεις σε τέτοια ζητήματα;
Μέχρι πρότινος θεωρούσαμε ότι, σε μια κανονική πολιτική πραγματικότητα στην Κύπρο, τέτοια ζητήματα δεν θα προέκυπταν. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια πολιτική παραδοξότητα, την οποία ορισμένοι επιχειρούν να παρουσιάσουν ως «επανάσταση» κατά του συστήματος. Ίσως πρόκειται για μια μορφή «επανάστασης του περιθωρίου». Όπως και να έχει, μιλάμε για μια άναρχη συμπεριφορική κατάσταση, που εκπορεύεται κυρίως από το θυμικό: έκφραση δυσφορίας, αλλά και ανάγκης για αναγνώριση και σημασία.
Οι συμπεριφορές αυτές δεν πηγάζουν μόνο από τον θυμό ή την απογοήτευση. Συχνά συνδέονται και με την ανάγκη ορισμένων να αποκτήσουν ρόλο, επιρροή και προσοχή.
Την ίδια στιγμή, υπάρχουν και εκείνοι που εκμεταλλεύονται αυτή την κατάσταση. Η περίπτωση του Φειδία Παναγιώτου μπορεί να ξεκίνησε ως ένα πείραμα στις ευρωεκλογές, όμως σήμερα κάποιοι επιχειρούν να το κανονικοποιήσουν ως πολιτική στάση και φιλοσοφία. Πίσω από τη βιτρίνα του «κλόουν» διαφαίνεται η παρουσία καθοδηγητών – ανθρώπων που ακροβατούν ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις θεωρίες.
Κάποτε υπήρχε η ουτοπική σύλληψη της ιδανικής πολιτείας του Πλάτωνα, με την ιδέα της πλήρους αναδόμησης των πόλεων, την οποία προσπαθούσε ο Ούτοπος να παρουσιάσει ως πολιτική πρόταση σε κάθε πολιτική αναμέτρηση. Σήμερα, ορισμένοι προωθούν θεωρίες περί άμεσης δημοκρατίας, παγκόσμιας διακυβέρνησης και ανατροπής του συστήματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Ναι, υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες στον δημόσιο βίο. Ναι, η καθημερινότητά μας είναι δύσκολη και πολλά προβλήματα παραμένουν άλυτα. Ναι, Kυβέρνηση και κόμματα συχνά ασχολούνται περισσότερο με το θεαθήναι παρά με την ουσία. Ναι, έχουμε χαθεί στον δρόμο και το χάσμα μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας έχει διευρυνθεί.
Όμως, είναι η διάλυση η λύση;
The Unbearable Lightness of a Political "Revolution"
The article focuses on criticism of recent political developments in Cyprus, centering on the rise of controversial figures and ideologies. The author expresses concern about the "lightness" with which serious issues are being addressed, such as the suitability of candidates with a criminal past (specifically, a conviction for drug trafficking in the occupied territories) and the questioning of institutions. It raises questions about how democracy should handle such cases, given that the conviction occurred in an unrecognized state. Furthermore, it refers to a broader trend of "political revolution" expressed by marginal groups and exploiting social discontent. The author argues that these behaviors often stem from a need for recognition and influence, and are exploited by some for personal gain.