Πρόεδρος Δημοσιονομικού Συμβουλίου
Στο 2026, η κυπριακή οικονομία μπαίνει με ιδανικά μακροσκοπικά στοιχεία: υψηλή ανάπτυξη, παρά τις κάποιες πιέσεις που αναμένονται· πλήρη απασχόληση· μηδενικό πληθωρισμό που θα αυξηθεί μεν, όχι όμως σημαντικά πέρα από το όριο του 2%· και, πάνω από όλα, με πρωτογενή πλεονάσματα και με χρέος το οποίο έχει σπάσει το φράγμα του 60% και συνεχίζει την πτωτική του πορεία.
Πίσω από αυτά τα στοιχεία, όμως, υφίστανται τρωτότητες οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Το 2026 αναμένεται να δείξει μικρή αύξηση του πληθωρισμού, πιέσεις στην ανάπτυξη, ωρίμανση εξωγενών πιέσεων και πιθανό κορεσμό του ρυθμού ανάπτυξης σε κάποιους τομείς. Παρά τις αυξημένες αυτές δυσκολίες, ωστόσο, η γενικότερη εικόνα θα παραμείνει, μακροσκοπικά, θετική.
Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Αξίζουν συγχαρητήρια στο Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο έδειξε αποστροφή στο ρίσκο, τήρησε σκληρή στάση στις μάχες που θεώρησε πως μπορούσε να κερδίσει και συγκράτησε πολλά – όχι όμως όλα – από τα πιο ακραία αιτήματα για αυξήσεις δαπανών.
Δεν είναι, ταυτόχρονα, ούτε ασήμαντο: η σημερινή συγκυρία, με τα μακροοικονομικά και δημοσιονομικά δεδομένα σε εικόνα μάλλον αξιοζήλευτη, δίνει στη χώρα ένα περιθώριο για να αντιμετωπίσει βαθύτερα ζητήματα.
Πρώτον, σε πείσμα των θετικών στοιχείων, οι πιέσεις στα νοικοκυριά έχουν αυξηθεί σημαντικά. Τα θετικά στοιχεία είναι παραπλανητικά και υφίστανται λόγοι να πιστεύουμε πως η Κύπρος μπαίνει στις πρώτες φάσεις μιας «Ολλανδικής Νόσου», όπου η ανισότητα μεταξύ τομέων της οικονομίας φτάνει σε ακραία επίπεδα. Έτσι, δημιουργούνται πιέσεις στα νοικοκυριά που απασχολούνται σε τομείς μη εμπορεύσιμων δραστηριοτήτων, όπου η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται και όπου οι μισθοί δεν ανεβαίνουν. Αφενός, οι τομείς της οικονομίας όπου υπάρχουν ήδη υψηλοί μισθοί καταγράφουν και τις μεγαλύτερες αυξήσεις, ενώ στους τομείς με χαμηλούς μισθούς οι απολαβές παραμένουν στάσιμες. Έτσι, «οι υψηλόμισθοι γίνονται πιο πλούσιοι και οι χαμηλόμισθοι συμπιέζονται».
Την ίδια ώρα, το κατά κεφαλήν εισόδημα δεν έχει αυξηθεί όσο δείχνουν τα στοιχεία που βασίζονται στο ΑΕΠ, διότι περισσότερο από 11% του ΑΕΠ εγκαταλείπει τη χώρα χωρίς να περνά από τις τσέπες των Κυπρίων: το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (ΑΕΕ) βρίσκεται στο 89,3% του ΑΕΠ, με τη διαφορά μεταξύ των δύο να αποτελείται από τα κέρδη αλλοδαπώς ελεγχόμενων επιχειρήσεων, τα οποία αποστέλλονται εκτός Κύπρου. Ξέρουμε πως το θέμα αφορά στις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, και δη εκείνες της υψηλής τεχνολογίας, οι οποίες αποτελούν και την βασική ισχύ της χώρας για τις εξαγωγές.
Η απουσία εθνικής στρατηγικής για ΑΞΕ έχει επιτρέψει στην εισροή να είναι άτακτη και με χαμηλή διάχυση τεχνογνωσίας. Ακόμη χειρότερα, έχει επιτρέψει σε υψηλής κινητικότητας ξένες επιχειρήσεις να αποφύγουν τη δημιουργία εξαρτήσεων ή, τουλάχιστον, στενών σχέσεων με την εγχώρια οικονομία, με αποτέλεσμα να είναι μεν εντός Κύπρου, αλλά η μαζική έξοδός τους να παραμένει θεμελιώδης τρωτότητα για το σημερινό αναπτυξιακό μοντέλο.
Δεύτερον, ξέρουμε πολύ καλά πως υφίστανται ανάγκες για μεγάλες επενδυτικές δαπάνες της χώρας, οι οποίες όμως έχουν μπει στο συρτάρι. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο έχει κατ’ επανάληψη παραπονεθεί πως υπάρχουν δύο ζητήματα με αυτές τις επενδύσεις: πρώτο, κάθε χρόνο που καθυστερούν καθίστανται πιο ακριβές· και, δεύτερο, δεν μπορούν να καθυστερούν για πάντα, διότι κάθε χρόνο που καθυστερούν καθίστανται πιο επείγουσες.
Η λίστα είναι πλέον κλισέ: το πανάρχαιο αλλά απείρακτο δίκτυο του ηλεκτρισμού, οι ουσιαστικά ανύπαρκτες δημόσιες μαζικές συγκοινωνίες, το υδατικό, η αυτονόμηση των νοσηλευτηρίων του ΟΚΥΠΥ, η άμυνα, οι φυσικές καταστροφές, η κλιματική κρίση, το στεγαστικό.
Καθώς, όμως, η πολυετής απραξία στα πιο πάνω ζητήματα τους επιτρέπει να συνεχίζουν να σοβούν, τα προβλήματα θα μεγαλώνουν. Αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι πως τα πιο πάνω ζητήματα προσεγγίζουν μια ωρίμανση, όπου η αναβολή δύσκολων αποφάσεων δεν θα είναι πλέον υποφερτή. Έχοντας αφεθεί να φτάσουν σε σημείο καμπής, κάποια στιγμή θα μας επιβάλουν οι συνθήκες τη λήψη αποφάσεων.
Αυτά τα δύο ζητήματα αποτελούν πυροκροτητή στα θεμέλια της οικονομίας μας. Από τη μια, το νέο αναπτυξιακό μοντέλο, βασισμένο μεν στις ΑΞΕ αλλά χωρίς σχετική εθνική στρατηγική, δημιουργεί τρωτότητες και κοινωνικές πιέσεις. Από την άλλη, προβλέψιμα προβλήματα καθίστανται όλο και πιο επείγοντα και, με την κάθε καθυστέρηση στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, η λύση τους καθίσταται πιο δύσκολη και δημοσιονομικά πιο δαπανηρή.
Τα νέα όμως δεν είναι άσχημα. Τα θετικά μακροσκοπικά στοιχεία της οικονομίας, με πρώτιστη τη μείωση του δημόσιου χρέους, αλλά και η συνεχιζόμενη – παρά τις πιέσεις του 2026 – ανάπτυξη, ο χαμηλός πληθωρισμός και η πλήρης απασχόληση, δίνουν στην Κύπρο ένα ευρύ αλλά βραχύβιο παράθυρο ευκαιρίας για το 2026.
Ευρύ, διότι οι επιλογές πολιτικής είναι πολλές και οι λύσεις, αν και απαιτούν πολιτική τόλμη, δεν είναι απαραίτητα πολιτικά οδυνηρές. Βραχύβιο, διότι δεν θα είναι για πάντα ανοικτό και, μετά το 2026, καθώς αν δεν έχουν ήδη δρομολογηθεί λύσεις και στρατηγικές, θα κλείσει τους επόμενους 12 με 18 μήνες.
New Year Will Be 'Good' But Critical
The President of the Fiscal Council believes that the new year will be 'good' but also critical for the Cypriot economy. Despite some pressures, the economy enters 2026 with high growth, full employment, zero inflation (expected to rise slightly), and primary surpluses. Debt has decreased and continues to fall. However, there are also vulnerabilities that need to be addressed, such as a slight increase in inflation, pressures on growth, the maturation of external pressures, and the potential saturation of growth in certain sectors. The Ministry of Finance has shown prudence and restraint, avoiding risk and successfully addressing some challenges. Despite the positive figures, pressures on households have increased, and there is a risk of Cyprus entering a phase of 'Dutch Disease', where inequality between sectors of the economy will increase. This will lead to a squeeze on households employed in sectors with low productivity and low wages. Furthermore, per capita income has not increased as much as it should, as a significant percentage of GDP (more than 11%) leaves the country through the profits of foreign companies. The lack of a national strategy for Foreign Direct Investment (FDI) has led to disorderly inflows of capital and limited technology transfer.
You Might Also Like
Το 2026 και οι προκλήσεις μιας αβέβαιης εποχής - Νέα χρονιά με εκκρεμότητες, συσσωρευμένες πιέσεις και κρίσιμα διλήμματα
Jan 1
Οικονομία: Τα μεγάλα αγκάθια του 2026
Jan 4
Μαρίνος Κλεάνθους: Ο παραγοντισμός των στελεχών του και τα «εγώ» έπληξαν τον ενδιάμεσο χώρο
Jan 4
Τι προβλέπουν 30 μεγάλοι οίκοι για Wall Street και οικονομία το 2026
Jan 6
Νέος κομματικός χάρτης αναμένεται να αναδυθεί από τις κάλπες: Τα όρια της εκλογικής πρόβλεψης
Jan 11