Σε κάθε πόλεμο η μεγαλύτερη τραγωδία είναι πάντα οι άνθρωποι που χάνουν τη ζωή τους, αυτοί που μένουν πίσω αλλά και όσοι μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είδαν τους κόπους μιας ζωής να καταρρέουν. Όμως, οι συγκρούσεις αφήνουν πίσω τους και άλλες, λιγότερο ορατές συνέπειες. Οι πυρκαγιές σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, οι εκρήξεις πυραύλων, βομβών και πυρομαχικών και τα πυκνά νέφη καπνού που καταγράφονται στη Μέση Ανατολή επαναφέρουν το ερώτημα για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των εχθροπραξιών. Καπνοί, χημικοί ρύποι, βαρέα μέταλλα και τοξικά σωματίδια, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Πόσο πιθανόν είναι όμως να επηρεαστεί η Κύπρος; Και πώς; Ο «Π» αποτάθηκε σε ειδικούς για να εξηγήσουν υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να υπάρξει τέτοιο ενδεχόμενο. Ας δούμε τι παρακολουθούν σήμερα οι αρμόδιες υπηρεσίες, ποια είναι τα επίπεδα κινδύνου που εκπέμπουν SOS για τον αέρα που αναπνέουμε και τα κενά του συστήματος.
Μέσω της σκόνης
«Η γεωγραφική απόσταση της Κύπρου από την Τεχεράνη και τις βασικές εστίες των εχθροπραξιών είναι μεγάλη. Της τάξης των 1.500 χιλιομέτρων. Αυτό από μόνο του λειτουργεί ως ένας σημαντικός περιοριστικός παράγοντας», αναφέρει ο μηχανικός περιβάλλοντος δρ Μιχάλης Λοϊζίδης. Αυτό σημαίνει ότι ουσίες που απελευθερώνονται από εκρήξεις ή πυρκαγιές σε πετρελαϊκές ή χημικές εγκαταστάσεις δύσκολα θα ταξιδέψουν «μόνες τους» μέχρι το νησί και αν υπάρχει ένας πιθανός δρόμος μεταφοράς, σύμφωνα με τον δρα Λοϊζίδη, αυτός είναι κυρίως η σκόνη. «Κατά πάσα πιθανότητα κάποιο πρόβλημα θα μπορούσε να έρθει σε σωματιδιακή μορφή, δηλαδή μέσω σκόνης πάνω στην οποία θα έχουν επικαθίσει ρύποι», εξηγεί. Για τον λόγο αυτό, το πρώτο που παρακολουθούν οι αρμόδιες υπηρεσίες είναι η κατεύθυνση του αέρα και η μεταφορά των αερίων μαζών. «Το ένα θέμα είναι να βλέπουμε από πού έρχονται οι αέριες μάζες», λέει ο κ. Λοϊζίδης, σημειώνοντας ότι τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και ευρωπαϊκά δίκτυα παρακολούθησης διαθέτουν δεδομένα για την προέλευση της σκόνης που φτάνει στο νησί μας.
Σε περίπτωση που τέτοια σωματίδια μεταφέρουν ρύπους, το φάσμα των ουσιών είναι ευρύ και επικίνδυνο. Ενδεικτικά ο κ. Λοϊζίδης κάνει λόγο για ουσίες όπως βενζόλιο, τολουόλιο, διοξίνες, πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, χλωριωμένες ενώσεις, αμμωνία αλλά και βαρέα μέταλλα. Πρόκειται για ουσίες που μπορεί να απελευθερωθούν όταν πλήττονται εγκαταστάσεις πετρελαίου και ακολουθούν ατελείς καύσεις. «Όταν χτυπηθούν τέτοιες εγκαταστάσεις είναι αναμενόμενο να δημιουργηθούν ρύποι που είναι επικίνδυνοι», σημειώνει όμως αυτό που έχει σημασία, κατά τον δρα Λοϊζίδη, είναι σε τι συγκεντρώσεις θα φτάσουν. Τονίζει ακόμη ότι και αν μεταφερθούν ίχνη τους, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα επηρεάσουν την υγεία του πληθυσμού.
Ερωτηθείς αν η βροχή μπορεί να μεταφέρει αυτούς τους ρύπους προς την Κύπρο, σημείωσε ότι «η σκόνη είναι πιο επίφοβη, όχι τόσο η βροχή», εξηγώντας ότι η βροχή μάλλον καταβυθίζει τέτοια υλικά στο έδαφος, ενώ η σκόνη μπορεί να τα καταστήσει αναπνεύσιμα και άρα περισσότερο ανησυχητικά.
«Ιχνηλάτηση» της σκόνης
Από πλευράς του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, ο επικεφαλής της μονάδας ποιότητας αέρα δρ Χρύσανθος Σαββίδης, επισημαίνει ότι οι σταθμοί ποιότητας αέρα δεν είχαν καταγράψει αυξημένες συγκεντρώσεις σκόνης σε επίπεδο εδάφους τις τελευταίες μέρες (σ.σ. μέχρι την Παρασκευή), παρά τις ανακοινώσεις για επεισόδιο σκόνης από το Τμήμα Μετεωρολογίας. Όπως, λέει, Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας και Μετεωρολογική Υπηρεσία, είναι σε θέση να γνωρίζουν την προέλευση των αέριων μαζών. Μπορεί, όπως εξήγησε να διαπιστωθεί αν ένα επεισόδιο σκόνης προέρχεται από τη Σαχάρα, τη Συρία, τη Μέση Ανατολή ή άλλη περιοχή.
Το πρόβλημα, όπως παραδέχεται, αρχίζει όταν η συζήτηση περνά από την προέλευση στο περιεχόμενο της σκόνης. «Υπάρχει τρόπος να δούμε τι περιέχει, παρ' όλα αυτά δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε την ώρα που συμβαίνει», λέει, εξηγώντας ότι απαιτούνται χημικές αναλύσεις και ότι η διαδικασία αυτή διαρκεί περίπου έναν μήνα. Ερωτηθείς για το κενό αυτό, το οποίο ενδεχομένως να ελλοχεύει κινδύνους για την υγειά των πολιτών, λέει «ότι δεν είναι μόνο δική μας η αδυναμία».
Κύπρος και προηγούμενες συρράξεις
Ο δρ Σαββίδης επιχειρεί, πάντως, να περιορίσει τις ανησυχίες. Ερωτηθείς σχετικά αναφέρει ότι σε προηγούμενες πολεμικές συρράξεις έγιναν χημικές αναλύσεις χωρίς να διαπιστωθούν ανησυχητικές συγκεντρώσεις επικίνδυνων ουσιών από χημικά ή άλλα όπλα, πάνω από τα όρια ανίχνευσης. «Φυσικά», τονίζει, «όριο μηδέν στη χημεία και στην επιστήμη δεν υπάρχει», εξηγώντας ότι οι ενδείξεις ήταν χαμηλότερες από το όριο ανίχνευσης του οργάνου».
Επικαλούμενος σχετική βιβλιογραφία και επιστημονικά δεδομένα αναφέρει ότι από τις 40 με 50 χημικές ουσίες που αναλύει η μονάδα ποιότητας αέρα έχουν μικρό χρόνο ζωής στην ατμόσφαιρα και η απόσταση που πρέπει να διανύσουν μέχρι την Κύπρο είναι τέτοια που δεν ευνοεί την παρουσία τους σε μετρήσιμα επίπεδα, συμφωνώντας ουσιαστικά με τον δρα Μιχάλη Λοϊζίδη. «Επιστημονικά είναι πολύ δύσκολο να παρατηρηθούν τέτοιες αυξημένες συγκεντρώσεις», προσθέτει. Ερωτηθείς για την απόσταση που θα έπρεπε να μας ανησυχεί είπε ότι αυτή κυμαίνεται από 20 μέχρι 50 χιλιόμετρα.
Τα καταφύγια, όπου υπάρχουν, δεν αποτρέπουν την είσοδο ραδιενέργειας
Ένα από τα σενάρια που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία σε επίπεδο περιβαλλοντικών κινδύνων είναι αυτό της ραδιενέργειας. Η Κύπρος έχει τα τελευταία χρόνια ενισχύσει το σύστημα παρακολούθησης της ακτινοβολίας, κυρίως λόγω της κατασκευής του πυρηνικού σταθμού στο Άκκουγιου της Τουρκίας. Στο νησί λειτουργεί πλέον δίκτυο σταθμών που καταγράφουν σε πραγματικό χρόνο την ακτινοβολία-Γ στην ατμόσφαιρα, επιτρέποντας την άμεση ανίχνευση πιθανών μεταβολών. Παράλληλα, υπάρχουν δυνατότητες ειδικών μετρήσεων για ραδιενεργό ιώδιο και καίσιο, δύο ραδιοϊσότοπα που θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνα σε περίπτωση πυρηνικού ή ραδιολογικού περιστατικού.
Οι μετρήσεις, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, πραγματοποιούνται συνεχώς και επιτρέπουν την παρακολούθηση της κατάστασης σε πραγματικό χρόνο. Ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στην ανίχνευση ενός πιθανού προβλήματος, αλλά και στο πώς θα αντιμετωπιστεί εάν αυτό προκύψει.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η Κύπρος διαθέτει αποθέματα σκευασμάτων ιωδίου, τα οποία χρησιμοποιούνται για την προστασία του θυρεοειδούς από την απορρόφηση ραδιενεργού ιωδίου. Παρ' όλα αυτά, παραμένει ασαφές πώς ακριβώς θα διανεμηθούν στον πληθυσμό σε περίπτωση ανάγκης. Όπως εξηγείται, η διανομή προβλέπεται να γίνει στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης πυρηνικών ή ραδιολογικών περιστατικών «Ηλέκτρα», ωστόσο ο μηχανισμός δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια και μέρος του σχεδιασμού παραμένει εμπιστευτικό, όπως μας λέχθηκε. Αυτό δημιουργεί ένα κενό ενημέρωσης, καθώς οι πολίτες δεν γνωρίζουν ακόμη πού και με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να προμηθευτούν τα σκευάσματα σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Την ίδια ώρα, ειδικοί επισημαίνουν και άλλες πρακτικές αδυναμίες του συστήματος προστασίας. Για παράδειγμα, τα καταφύγια που υπάρχουν στην Κύπρο έχουν σχεδιαστεί κυρίως για πολεμικές επιθέσεις και δεν είναι αεροστεγή. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση ραδιολογικής ρύπανσης δεν μπορούν να αποτρέψουν πλήρως την είσοδο ραδιενεργών σωματιδίων. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η βασική σύσταση προς τον πληθυσμό θα ήταν ο προσωρινός εγκλεισμός σε εσωτερικούς χώρους και η αποφυγή έκθεσης στην ατμόσφαιρα μέχρι να αξιολογηθεί η κατάσταση.
Politis
Air Pollution and Middle East Conflict – Chemical Cocktail 'Weakened' Reaches Cyprus
The conflict in the Middle East raises concerns about environmental impacts, beyond the immediate human tragedy. Fires at oil facilities and explosions release pollutants that can be transported over long distances through dust. Experts state that Cyprus, due to its geographical location, may be affected by the transport of pollutants in particulate form. The released substances are hazardous, such as benzene, toluene, and heavy metals, but the impact on health depends on the concentrations reached.