Στην γεωπολιτική πραγματικότητα που ξημέρωσε το 2026 ελέω Τραμπ, όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς! Μετά την απαγωγή του δικτάτορα της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση του Αμερικανού Προέδρου επανέφερε στο τραπέζι ένα θέμα που είχε θέσει από την αρχή της δεύτερης προεδρίας του, το οποίο αφορά ευρωπαϊκό έδαφος.
Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να καταλάβουν τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας. Στενοί του συνεργάτες επιβεβαίωσαν ότι η αμερικανική κυβέρνηση συζητά ενεργά τρόπους απόκτησης του εδάφους, δηλώνοντας ότι η χρήση του αμερικανικού στρατού είναι «πάντα μια επιλογή». Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου τόνισε ωστόσο ότι η διπλωματία παραμένει η πρώτη προτίμηση.
«Αρκετά πια… Τέλος οι φαντασιώσεις για προσάρτηση», έγραψε ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν μετά τα γεγονότα της Βενεζουέλας, όταν ο Τραμπ άρχισε ξανά να μιλάει για τους υπόλοιπους «στόχους» του. Η πρωθυπουργός της Δανίας Μέτε Φρέντερικσεν ήταν εξίσου ευθύς: «Δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να μιλάμε για την ανάγκη οι Ηνωμένες Πολιτείες να καταλάβουν τη Γροιλανδία. Δεν έχουν κανένα δικαίωμα να προσαρτήσουν μία από τις τρεις χώρες».
Παρά την αρχική αμηχανία της ΕΕ, που δεν επιθυμεί εντάσεις με τον Πρόεδρο Τραμπ εν μέσω ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία, τελικά οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση υποστήριξης στην Γροιλανδία, τονίζοντας ότι «η Γροιλανδία ανήκει στο λαό της, ανήκει στη Δανία».
Το ξεκάθαρο μήνυμα της ΕΕ είναι ότι η Γροιλανδία δεν είναι Βενεζουέλα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο νησί, το οποίο είναι αυτόνομο υπό το Βασίλειο της Δανίας. Το νησί δεν είναι μέλος της ΕΕ, ωστόσο οι κάτοικοί της είναι Ευρωπαίοι πολίτες ως υπήκοοι της Δανίας.
Και φυσικά, η Γροιλανδία ανήκει στο ΝΑΤΟ και έχει μεγάλη στρατηγική αξία: στρατιωτικά ως βασική περιοχή στην Αρκτική, οικονομικά λόγω των πρώτων υλών της και γεωπολιτικά στο πλαίσιο των νέων θαλάσσιων οδών που ανοίγονται από ένα μεταβαλλόμενο κλίμα. Όποιος ελέγχει τη Γροιλανδία επηρεάζει έναν βασικό τομέα της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφαλείας.
Αν και η απειλή του Προέδρου Τραμπ να «καταλάβει» τη Γροιλανδία μπορεί να φαίνεται πομπώδης ή φανταστική, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη: η ανησυχία είναι πραγματική λένε οι Βρυξέλλες.
«Απαιτεί μια συντονισμένη απάντηση από τη Γροιλανδία και τη Δανία, τους συμμάχους τους στις Σκανδιναβικές χώρες, την Αρκτική και τη Βαλτική Θάλασσα, καθώς και από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουμε τη Γροιλανδία και την ευρύτερη Αρκτική ως στρατηγική προτεραιότητα», έγραψε η πολιτική αναλύτρια του European Policy Center Μαρία Μάρτισιουτ.
Η απειλή κατάληψης της Γροιλανδίας ταιριάζει απόλυτα στην κοσμοθεωρία του Τραμπ για την εξωτερική πολιτική, η οποία απορρίπτει το κράτος Δικαίου και την πολυμέρεια υπέρ της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας.
Η αναλύτρια αναφέρεται στην Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ του 2025, η οποία καθιστά σαφές ότι η Αμερική του Τραμπ επιδιώκει να επιστρέψει στη λογική του Δόγματος Μονρόε του 1823. Στόχος είναι η αποκατάσταση της οικονομικής και στρατιωτικής κυριαρχίας των ΗΠΑ στο Δυτικό Ημισφαίριο, μεταξύ άλλων μέσω της διευρυμένης πρόσβασης σε στρατηγικά σημαντικές τοποθεσίες.
Ωστόσο, το Δόγμα Μονρόε δεν είναι το μόνο ιστορικό προηγούμενο. «Η Γροιλανδία κατέχει εδώ και καιρό μια ξεχωριστή θέση στη στρατηγική σκέψη των ΗΠΑ. Η Ουάσινγκτον διατηρεί σημαντική στρατιωτική παρουσία στο νησί. Κατά τη διάρκεια της κατοχής της Δανίας από τη Ναζιστική Γερμανία το 1940, οι ΗΠΑ κήρυξαν τη Γροιλανδία προτεκτοράτο των ΗΠΑ, απορρίπτοντας τον βρετανικό και καναδικό έλεγχο. Το 1946, οι ΗΠΑ προσφέρθηκαν να αγοράσουν τη Γροιλανδία για 100 εκατομμύρια ευρώ – μια προσφορά που η Δανία αρνήθηκε. Αντ’ αυτού, μια συμφωνία του 1951 με τη Δανία παραχώρησε στις ΗΠΑ εκτεταμένα δικαιώματα διεξαγωγής στρατιωτικών δραστηριοτήτων και εγκατάστασης εγκαταστάσεων στη Γροιλανδία στο πλαίσιο της αμοιβαίας άμυνας στο ΝΑΤΟ», υπενθυμίζει η αναλύτρια.
Η αλήθεια είναι ότι η Γροιλανδία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του εντεινόμενου ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων στην Αρκτική. Οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία, επιδιώκουν όλες πρόσβαση σε ανεκμετάλλευτους φυσικούς πόρους και στρατηγική θέση. Συνεπώς, οι ειδικοί λένε ότι ο Λευκός Οίκος έχει δίκιο ότι η Γροιλανδία και τα ύδατα γύρω από αυτήν αποτελούν στρατηγικό πλεονέκτημα – ένα πλεονέκτημα που η Ευρώπη δεν έχει αναγνωρίσει τα τελευταία χρόνια.
Η αποτυχία τηςΕυρώπης
«Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι ότι η Ουάσιγκτον βλέπει τη Γροιλανδία ως στρατηγικό πλεονέκτημα. Είναι ότι η Ευρώπη έχει σε μεγάλο βαθμό αποτύχει να το κάνει η ίδια. Εάν η Ευρώπη θέλει να διασφαλίσει ότι καμία εξωτερική δύναμη δεν μπορεί να ασκήσει έλεγχο στη Γροιλανδία, τότε πρέπει να επεκτείνει τη στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή», λέει η δρ. Τζουστίνα Μπουντινέτ- Φορλί, μη μόνιμη ανώτερη ερευνήτρια στο Κέντρο Ευρώπης και στην Πρωτοβουλία Διατλαντικής Ασφάλειας του Ατλαντικού Συμβουλίου (Atlantic Council’s Europe Center and Transatlantic Security Initiative).
«Για δεκαετίες, η Γροιλανδία αντιμετωπίζονταν ως πολιτική ευαισθησία και όχι ως στρατηγική προτεραιότητα. Αυτός ο εφησυχασμός είναι πλέον επικίνδυνος. Σε μια εποχή νέου ανταγωνισμού ισχύος, έδαφος που είναι ασθενώς αμυνόμενο, ελαφρώς κυβερνώμενο ή εξωτερικά εξαρτημένο προκαλεί πίεση, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς», σημειώνει.
Σύμφωνα με την ερευνήτρια, υπάρχουν ενθαρρυντικά σημάδια ότι αυτό αρχίζει να αλλάζει. Οι ευρωπαίοι παράγοντες επενδύουν σε υποδομές δορυφορικών επικοινωνιών στη Γροιλανδία για να μειώσουν την υπερβολική εξάρτηση από το νησί Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας και να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα έναντι παρεμβολών. Η Δανία αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες για την Αρκτική και συζητά την ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων στη Γροιλανδία. Αυτά τα βήματα έχουν σημασία, αλλά παραμένουν πολύ αργά, πολύ κατακερματισμένα και πολύ προσεκτικά.
Λείπει η αποφασιστικότητα
«Αυτό που λείπει από την Ευρώπη δεν είναι η επίγνωση αλλά η αποφασιστικότητα. Εάν ο στόχος είναι να καταστεί αδύνατος ο εξαναγκασμός και όχι απλώς παράνομος, τότε η Ευρώπη πρέπει να διασφαλίσει ότι η Γροιλανδία έχει την εμφανή υπεράσπισή της, βαθιά ενσωματωμένη στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό ασφάλειας και πολιτικά αγκυροβολημένη στη διατλαντική συνεργασία», τονίζει.
Πώς λοιπόν πρέπει να αντιδράσουν οι Ευρωπαίοι στην πρόκληση των ΗΠΑ και στον κίνδυνο εισβολής των ΗΠΑ; «Η πρώτη επιλογή είναι να περιμένουμε και να δούμε, με την ελπίδα ότι οι θεσμοί των ΗΠΑ και το Σύνταγμα θα περιορίσουν τις περιπέτειες στην εξωτερική πολιτική. Αυτή η στρατηγική είναι βολική αλλά και επικίνδυνη. Σηματοδοτεί ένα στρατηγικό κενό και ενθαρρύνει τη δημιουργία γεγονότων επί τόπου», λέει από την πλευρά του ο Γκούντραμ Βολφ, ανώτατος Συνεργάτης της δεξαμενής σκέψης Bruegel.
«Υπάρχει μια δεύτερη, πιο τολμηρή επιλογή για την Ευρώπη: διακριτική αλλά ουσιαστική συνεργασία με τη Δανία και την κυβέρνηση της Γροιλανδίας. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την αποστολή πρόσθετων ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στο Νουούκ για την υποστήριξη των υφιστάμενων δομών, συμπληρούμενων από αεροπορική και ναυτική άμυνα. Αυτές οι δυνατότητες θα έστελναν ένα πολιτικό μήνυμα, αλλά θα ήταν επίσης αντικειμενικά απαραίτητες για την ασφάλεια της Γροιλανδίας από μια ποικιλία απειλών σε μια εποχή που η Αρκτική αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο».
Η Γαλλία, η Γερμανία και οι σκανδιναβικές χώρες μοιράζονται μια κοινή εκτίμηση για τη σημασία της Γροιλανδίας. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επισκέφθηκε το Νουούκ τον Ιούνιο του 2025 και επιβεβαίωσε την «ακλόνητη υποστήριξή» του στην εδαφική ακεραιότητα της Γροιλανδίας. Ο Φινλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Στουμπ έχει ακολουθήσει παρόμοια γραμμή. Αν και η γερμανική κυβέρνηση αρχικά διστάζει, οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν πλέον εκδώσει κοινή δήλωση υποστήριξης της Γροιλανδίας.
Ωστόσο, η κοινή αξιολόγηση της σημασίας της Γροιλανδίας και τα λόγια υποστήριξης προς τη Δανία δεν αποτελούν ακόμη μια κοινή στρατηγική για την εγγύηση της ασφάλειας της Γροιλανδίας. Οι χώρες της ΕΕ πρέπει να κατανοήσουν ότι μια στρατηγική χωρίς στενή στρατιωτική συνεργασία είναι αναποτελεσματική, λέει ο ειδικός.
«Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να αναπτύξουν μια στρατηγική σε στενή συνεργασία με την κυβέρνηση στο Νουούκ. Όπως το έθεσαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες, “Κανείς δεν αποφασίζει για τη Γροιλανδία και τη Δανία, αλλά η ίδια η Γροιλανδία και η Δανία”», συμπληρώνει.
Φυσικά, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προσαρτήσουν τη Γροιλανδία παρά την ανάπτυξη δανικών και ευρωπαϊκών στρατευμάτων. Ωστόσο, μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή στρατιωτική παρουσία θα αύξανε μαζικά το πολιτικό και στρατιωτικό κόστος για τις ΗΠΑ.
Greenland is not Venezuela, EU states
Following the abduction of Nicolás Maduro by the US, Donald Trump has brought his interest in purchasing Greenland back to the forefront, citing national security reasons. The US government is considering ways to acquire the territory, leaving open the possibility of military intervention. Greenland and Denmark have categorically rejected the proposal, with the Prime Minister of Greenland stating that “it makes absolutely no sense to talk about the need for the United States to take over Greenland.” The European Union issued a joint statement of support for Greenland, emphasizing that it belongs to its people and Denmark, and that it is not “Venezuela.” Greenland is strategically important to NATO and the EU due to its location in the Arctic, its natural resources, and the new sea routes opening up.
You Might Also Like
Επόμενος σταθμός… Γροιλανδία – Οι απειλές Τραμπ προς τη Δανία και ο κίνδυνος κατάρρευσης του ΝΑΤΟ
Jan 6
Απαντά στους Ευρωπαίους ο Λευκός Οίκος: Η Γροιλανδία θα προστατεύεται καλύτερα από τις ΗΠΑ
Jan 6
Γροιλανδία: Τι κάνει το νησί τόσο περιζήτητο;
Jan 7
Politico: Πώς ο Τραμπ θα καταλάβει τη Γροιλανδία σε 4 εύκολα βήματα
Jan 7
Γροιλανδία: Πώς η Ευρώπη θα προσπαθήσει να τη σώσει από τον Τραμπ
Jan 9