Αν τύχει να πετύχω κάπου έναν κακοφτιαγμένο και ακαλαίσθητο, στα δικά μου μάτια, ανδριάντα του Καποδίστρια, ο οποιοσδήποτε ψόγος δεν απευθύνεται στον Καποδίστρια αλλά στον γλύπτη. Αν διατυπώσω την απαρέσκειά μου ή σχολιάσω απαξιωτικά το γλυπτό, αυτό δεν με καθιστά ούτε «αντικαποδιστριακό», ούτε «ανθέλληνα», ούτε «θολοκουλτουριάρη», ούτε μοχθηρό και κακόβουλο άνθρωπο.
Αφού το ξεκαθαρίσαμε αυτό, μπορώ πια να εκφράσω την άποψη ότι η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή δεν αντέχει σε σοβαρή κινηματογραφική κριτική. Εντελώς υποκειμενικά, μπορεί να τη θεωρώ ως τη «δεύτερη δολοφονία» του Καποδίστρια. Καλλιτεχνική αυτή τη φορά. Δικαιούμαι; Τη βρίσκω πρόχειρη, επιφανειακή, δραματουργικά ανύπαρκτη, υποκριτικά αμήχανη, αισθητικά φτωχή, με σκηνικά και κοστούμια που θυμίζουν σχολική γιορτή.
Κυρίως, όμως, τη θεωρώ μια απλοϊκή αγιογραφία, που μετατρέπει την Ιστορία σ’ ένα ανατριχιαστικά δασκαλίστικο παραμύθι για μικρά παιδιά.
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει ότι δεν τον ενδιαφέρει η ιστορική ακρίβεια κι ότι πρόκειται για έργο μυθοπλασίας. Δεκτό και θεμιτό, αν όχι και επιβεβλημένο. Αυτό, ωστόσο, δεν τον απαλλάσσει από την κριτική. Η βιογραφική ταινία εποχής δεν υποχρεούται να είναι ιστορικό δοκίμιο, αλλά οφείλει να σέβεται την πολυπλοκότητα των ανθρώπων. Να τους παρουσιάζει ως υποκείμενα αντιφάσεων, συγκρούσεων, ορίων. Όχι ως εικονογραφημένα σύμβολα.
Εδώ, εντούτοις, τα ιστορικά πρόσωπα δεν είναι χαρακτήρες, αλλά λειτουργικά πιόνια μιας μανιχαϊκής αφήγησης. Ο Καποδίστριας εμφανίζεται σχεδόν ως άγιος. Οι αντίπαλοί του είναι είτε σκοτεινοί, είτε φαιδροί, είτε υστερόβουλοι.
Ο Κλέμενς φον Μέτερνιχ, μια από τις πιο σύνθετες, καθοριστικές μορφές του 19ου αιώνα και κομβικός διαχειριστής της ευρωπαϊκής ισορροπίας σε μια εποχή υπαρξιακού χάους, μετατρέπεται σε καρικατούρα κινουμένων σχεδίων, με μόνιμο, συμπλεγματικό μισελληνικό μένος. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος παρουσιάζεται ως γραφικός υποχθόνιος δολοπλόκος, αποκομμένος από κάθε πολιτικό ή ιστορικό βάθος.
Η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει καταδείξει ότι οι αντιπαραθέσεις γύρω από τον Καποδίστρια δεν αφορούσαν κάποια σύγκρουση «καλών πατριωτών» με «κακούς προδότες». Ήταν συγκρούσεις ανάμεσα σε διαφορετικά οράματα για το κράτος, ανάμεσα στον συγκεντρωτισμό και τις τοπικές εξουσίες, ανάμεσα σε αυταρχικές λύσεις και φιλελεύθερες προσδοκίες, ανάμεσα στην πολιτική νεωτερικότητα και τις κοινωνικές πραγματικότητες.
Η ταινία αντιπαρέρχεται βολικά την περίπλοκη ιστορική θεώρηση και εστιάζει στο ποιος φταίει που δεν στήθηκε «σωστά» το νεοελληνικό κράτος. Και η απάντηση είναι πάντα η ίδια: οι προδότες Έλληνες, οι ξένοι, οι δολοπλόκοι, η κατάρα της διχόνοιας που καταδυναστεύει τη δύσμοιρη φυλή. Υπονοείται ότι αν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας, ή έστω αν στην πορεία μάς λάχαιναν άλλοι 2-3 σαν αυτόν, σήμερα θα ήμασταν μια ασυγκράτητη υπερδύναμη. Πρόκειται για σχήμα απλουστευτικό, όσο και βαθιά αντι-ιστορικό.
Η Ιστορία δεν παρουσιάζεται ως πεδίο κοινωνικών και πολιτικών ζυμώσεων, αλλά ως ηθικοπλαστική δραμεντί με προκαθορισμένους ρόλους.
Οι ταινίες του Σμαραγδή δεν αφήνουν χώρο για απόσταση, κρίση, περισυλλογή. Δεν ζητούν από τον θεατή να σταθεί απέναντι προβληματισμένος, αλλά τον τραβάνε μέσα, τον κολακεύουν, τον κανακεύουν, τον νανουρίζουν. Δεν απευθύνονται στη σκέψη, αλλά στο θυμικό. Αφορούν ένα συλλογικό αίσθημα αυτάρεσκης αθωότητας: ο δυστυχισμένος μας λαός πάντα καλός, πάντα αδικημένος, «πάντοτ’ ευκολοπίστευτος και πάντα προδομένος» που έλεγε κι ο Σολωμός. Ποτέ υπεύθυνοι, ποτέ σύνθετοι, ποτέ αντιφατικοί. Ένα έθνος-νήπιο, που αρνείται να ωριμάσει και πάντα χρειάζεται έναν Μωυσή για να το οδηγήσει στη Γη της Επαγγελίας. Τον οποίο είχε, αλλά τον έχασε μπαμπέσικα, κατά τη σμαράγδειο οπτική.
Η πολιτική σκέψη αντικαθίσταται, δηλαδή, από ένα παρηγορητικό αφήγημα εθνικής αφέλειας: δεν αποτύχαμε ως κοινωνία, μάς στέρησαν τον μόνο άνθρωπο που θα μας οδηγούσε στη λύτρωση.
Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία δεν επιχειρεί να φωτίσει μηχανισμούς, αντιφάσεις και ευθύνες, αλλά να διεγείρει ένστικτα, να προκαλέσει συγκίνηση και αγανάκτηση μέσα από ένα σχηματικό, σχεδόν παιδιάστικο σχήμα αδικίας. Αφαιρεί από τον θεατή την ευθύνη του λογισμού και της κριτικής συνείδησης και τον καθησυχάζει με τη βεβαιότητα ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ συλλογικό ή δομικό, αλλά προσωποποιημένο και μοιραίο.
Στο δικό του σύμπαν, η καλλιτεχνική αυθεντία δεν αντλείται από τη μελέτη, τη δραματουργία ή τη σύγκρουση ιδεών, αλλά από μια… μυστικιστική βεβαιότητα: ο δημιουργός έχει προνομιακή, άμεση πρόσβαση στην «αλήθεια» του ιστορικού προσώπου, με όχημα μια σχεδόν (;) υπνωτική διαδικασία ταύτισης που παρακάμπτει τη μεσολάβηση της κριτικής σκέψης και της ιστορικής γνώσης, ώστε να συνομιλήσει απευθείας με το παρελθόν, σαν να του αποκαλύπτεται σε κατάσταση έκστασης.
Όλες αυτές οι ενστάσεις, δεν αφορούν το ίδιο το «βαθύτερο» μήνυμα της ταινίας, το οποίο δεν είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένο- όσο κι αν κατά βάση είναι γενικευτικό. Μάς λέει ότι τα σόγια, οι κοτζαμπάσηδες και οι δωσίλογοι κόβουν και ράβουν στην Ελλάδα δύο αιώνες τώρα. Ότι το κράτος σφυρηλατήθηκε πάνω σε έναν άκμονα από συγκρούσεις συμφερόντων, οικογενειακά δίκτυα εξουσίας, τοπικούς παράγοντες και πρόθυμες εξαρτήσεις από ξένες δυνάμεις. Ότι η πολιτική του ιστορία διατρέχεται από διχασμούς και μια αθεράπευτη δυσχέρεια συλλογικής οργάνωσης.
Καμία διαφωνία επ’ αυτού. Και το πολύ θετικό απότοκο, που πρέπει να πιστωθεί στον «αντισυστημικό» Σμαραγδή, είναι ότι σε μια εποχή βαθιάς πόλωσης, πολλαπλών μετώπων και γενικευμένης αβεβαιότητας η ταινία του άνοιξε μια συζήτηση για τα μεγάλα διακυβεύματα της πολιτικής και της ηγεσίας.
Καθόλου δεν με παραξενεύει η προσέλευση στις προβολές και η θερμή υποδοχή από μεγάλο μέρος του κοινού. Ούτε είναι κανείς υπόλογος επειδή είχε το ενδιαφέρον ή την περιέργεια να πάει να τη δει. Άλλωστε, την είδα κι εγώ. Με τον ίδιο τρόπο, όμως, δεν είναι υπόλογος και οποιοσδήποτε κρίνει αρνητικά το επί της οθόνης αποτέλεσμα. Το σίγουρο είναι ότι ο Καποδίστριας δεν είχε κάποια ανάγκη από καβάφικα μνημόσυνα. Αν, όμως, αισίως η θέαση ωθήσει κάποιον να πάει να ανοίξει δύο βιβλία ιστορίας, αυτό είναι ένα κέρδος.
Ελεύθερα, 4.1.2025
History as a Messianic Narrative
The article is a critical look at Yannis Smaragdis's film about Ioannis Kapodistrias. The author expresses the opinion that the film does not withstand serious cinematic criticism, characterizing it as a simplistic hagiography that turns History into a didactic fairytale. He points out that historical figures are presented as functional pawns in a Manichaean narrative, with Kapodistrias appearing almost as a saint and his opponents as dark or absurd figures. The author believes that the film overlooks the complexity of historical conflicts and the different visions for the modern Greek state. He refers to his criticism of the way Clemens von Metternich and Alexander Mavrokordatos are depicted, as caricatures without political or historical depth. The author argues that the film focuses on finding "culprits" for the problems of the Greek state, overlooking the social and political fermentations that shaped history. Finally, the author emphasizes that History is not merely a series of events, but a field of contradictions, conflicts, and limits, and that the film fails to capture this complexity.
You Might Also Like
Παντελής Διαμαντίδης: Η σιωπή είναι ενεργός χώρος
Dec 18
Κενάς Αγιάς: Δεν ήμουν μόνος στα γερμανικά δικαστήρια… Δίπλα μου ήταν η φωνή του κουρδικού και του κυπριακού λαού
Dec 18
Η κανονικοποίηση του αυταρχισμού
Dec 21
Όταν ο ναζισμός περνά την πόρτα του σχολείου
Dec 22