Η προπόνηση δεν βγήκε. Από τα πρώτα χιλιόμετρα το σώμα διαμαρτυρόταν. Βαριά πόδια, στομάχι ανακατωμένο, ανάσα που δεν έβρισκε ρυθμό. Προσπάθησα να πιέσω λίγο. Μετά λίγο ακόμη. Μέχρι που ήρθε εκείνη η γνώριμη στιγμή: ο τοίχος. Όχι ο ηρωικός, όχι ο κινηματογραφικός. Ο απλός, καθημερινός τοίχος της κόπωσης. Σταμάτησα.
Δεν ήταν θέμα θέλησης. Ήταν θέμα εξάντλησης. Κάποιες μέρες απλώς δεν έχεις άλλο απόθεμα. Και τότε αρχίζεις να κάνεις εκπτώσεις: στο ρυθμό, στη στάση του σώματος, στο γιατί ξεκίνησες. Λες μέσα σου «δεν πειράζει». Κι όμως, εκεί ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.
Γυρίζοντας πίσω, σκεφτόμουν πόσο μοιάζει αυτό με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε πια τον κόσμο γύρω μας. Όχι με θυμό. Όχι με ένταση. Αλλά με κόπωση. Με μια σιωπηλή αποδοχή ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβουμε, σταματήσαμε να νιώθουμε άβολα.
Τις τελευταίες εβδομάδες ακούμε πράγματα που, υπό άλλες συνθήκες, θα μας είχαν παγώσει -ίσως γιατί θυμίζουν ψυχρό πόλεμο. Δηλώσεις που αντιμετωπίζουν χώρες και λαούς σαν γεωπολιτικά ακίνητα. «Θέλουμε τη Γροιλανδία». «Θα αλλάξουμε το καθεστώς εδώ». «Θα αναλάβουμε τη χώρα». Και αντί να σταθούμε, να αναρωτηθούμε, να ονομάσουμε την αντίφαση, πολλοί απαντούν με ένα κουρασμένο: «καλωσόρισες στις διεθνείς σχέσεις».
Ξέρω φυσικά ότι η πολιτική ισχύος δεν ανακαλύφθηκε χθες. Ξέρω επίσης ότι άλλο κράτη και άλλο άτομα. Όμως ο ρεαλισμός δεν είναι να αποδέχεσαι τα πάντα. Ρεαλισμός είναι να ξέρεις τι κάνεις – και τι χάνεις όταν το κάνεις. Να καταλαβαίνεις το κόστος όχι μόνο στρατηγικά, αλλά και αξιακά. Ως άτομα, δεν ζητείται να είμαστε αθώοι. Ζητείται να μην είμαστε αδιάφοροι.
Σκέφτομαι ότι πιο επικίνδυνο από την αδικία είναι η εξοικείωση με την αδικία. Με το τέρας του Χατζιδάκι. Όταν αρχίζεις να τη θεωρείς αναπόφευκτη, λογική, «μέρος του παιχνιδιού». Όταν σταματάς να την ονομάζεις, αρχίζεις να τη νομιμοποιείς. Γιατί όταν σταματάς να θυμώνεις με την αδικία, δεν ωρίμασες. Κουράστηκες. Και το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τις αξίες.
Δεν εγκαταλείπονται απότομα. Φθείρονται από μικρές εκπτώσεις που μοιάζουν λογικές τη στιγμή που γίνονται. Όταν απαγάγονται πολιτικοί στο όνομα της «τάξης», όταν καταπατώνται σύνορα στο όνομα της «ασφάλειας», όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα γίνονται επιλεκτικό επιχείρημα, δεν καταρρέει απλώς η διεθνής τάξη. Διαβρώνεται το δικό μας αξιακό έδαφος. Γιατί αν αποδεχθούμε ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα όταν μας βολεύει, τότε δεν έχουμε επιχειρήματα όταν τα ίδια μέσα στραφούν εναντίον μας.
Για εμάς, εδώ, αυτό δεν είναι θεωρητικό. Είναι υπαρξιακό. Αν αύριο κάποιος ισχυρός αποφασίσει ότι η κατοχή στην Κύπρο είναι «ρεαλιστική λύση», ποιο ηθικό ανάστημα θα έχουμε, αν σήμερα χειροκροτούμε την περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου αλλού;
Η Ευρώπη δείχνει αμήχανη. Και αυτό είναι ενοχλητικό αλλά κατανοητό. Η απεξάρτηση θέλει χρόνο, σχέδιο και κόστος. Όμως άλλο η στρατηγική υπομονή κι άλλο η αξιακή σιωπή.
Στο τρέξιμο τη φοβάσαι τη στιγμή του τοίχου. Εκεί που τα πόδια βαραίνουν, το στομάχι διαμαρτύρεται και ο ρυθμός διαλύεται. Κι εκεί ανακαλύπτεις κάτι άβολο αλλά αληθινό: δεν έχεις πάντα επιλογή να συνεχίσεις. Και αυτό είναι εντάξει.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν, αντί να αξιολογήσεις τα όρια, αρχίζεις να τα κανονικοποιείς. Όταν πείθεις τον εαυτό σου ότι έτσι είναι, ότι δεν γινόταν αλλιώς. Εκεί ο τοίχος παύει να είναι σήμα κινδύνου και γίνεται δικαιολογία. Και τότε δεν προστατεύεις την αντοχή σου. Χάνεις τον προσανατολισμό σου.
Κάπως έτσι, από κόπωση και όχι από επιλογή, οι κοινωνίες αρχίζουν να αποδέχονται πράγματα ως νομοτέλεια, ξεχνώντας ότι στο τέλος της διαδρομής, αυτό που μετρά δεν είναι πόσο γρήγορα έτρεξες, αλλά αν κράτησες τον ρυθμό σου χωρίς να χάσεις τον λόγο που ξεκίνησες. Χωρίς να ξεχάσεις ποιος είσαι και τι θέλεις -ή δεν θέλεις- να γίνεις.
Ίσως αυτό χρειαζόμαστε ως κοινωνίες. Λιγότερη οργή. Λιγότερη κόπωση. Περισσότερη εγρήγορση.
Και αυτό, σήμερα, είναι ένα δύσκολο εγχείρημα.
*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών στο Πανεπιστημίου Κύπρου.
The Fatigue of Values
The author analyzes the feeling of fatigue that permeates society towards serious issues and injustices. Starting from a personal experience in training, where exhaustion leads to compromises and acceptance of inadequacy, the writer extends the observation to how we deal with international events and political developments. Instead of a strong reaction to actions that violate our values, such as questioning the sovereign rights of other countries, we often resort to a tired acceptance of 'power politics'. However, this acceptance leads to familiarity with injustice and a loss of our moral compass. The author emphasizes that realism does not mean passive acceptance, but awareness of the consequences of our actions, both strategic and ethical. Indifference to injustice, even when it happens far from us, erodes our own value ground and leaves us vulnerable when the same patterns of behavior turn against us. In the context of the Cypriot reality, the author wonders how we can defend our own rights and values if we simultaneously accept the violation of the rights of others. Apathy and silence, he warns, are more dangerous than injustice itself, as they make us complicit in the violation of the principles we support.
You Might Also Like
Αντώνης Μυριαγκός: Δεν υπάρχει περίπτωση να μην πληρώσεις το τίμημα των επιλογών σου
Dec 24
Η αθόρυβη φθορά του νου και της ανθρώπινης έκφρασης
Dec 24
Απαγόρευση στα κοινωνικά δίκτυα για μαθητές; Ναι, αλλά ας μην πιστέψουμε ότι βρήκαμε το κουμπί
Dec 28
Ο ανήφορος που αξήζει
Dec 29
Όλα όσα δεν χωρούν σε έναν απολογισμό
Jan 1