Το 76ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου δεν ολοκληρώθηκε με χειροκροτήματα. Ολοκληρώθηκε με ερωτήματα που αγγίζουν τον πυρήνα του τι είναι ο κινηματογράφος και τι τολμά να είναι. Μπορεί η τέχνη να διεκδικήσει ουδετερότητα σε καιρό πολέμου; Είναι μια ταινία ποτέ απλώς μια ταινία; Πού τελειώνει η αφήγηση και πού αρχίζει η πολιτική τοποθέτηση; Και όταν οι καλλιτέχνες μιλούν, προδίδουν τον κινηματογράφο ή εκπληρώνουν την πιο ουσιαστική του λειτουργία;
Όσα εκτυλίχθηκαν στο Βερολίνο λειτούργησαν ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα. Στη μεγάλη οθόνη, οι ταινίες καταπιάνονταν με τη βία, τον εκτοπισμό και τις κατακερματισμένες ταυτότητες. Εκτός οθόνης, δηλώσεις, σιωπές και ομιλίες έγιναν μέρος της ίδιας αφήγησης. Όταν ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, Βιμ Βέντερς, υποστήριξε ότι οι κινηματογραφιστές θα έπρεπε να μένουν έξω από την πολιτική, λέγοντας πως ο κινηματογράφος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο αλλά όχι με πολιτικό τρόπο, το σχόλιο εκλήφθηκε από ορισμένους ως υπεράσπιση της καλλιτεχνικής καθαρότητας και από άλλους ως μια αδύνατη διάκριση. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Παλαιστίνιος-Σύρος σκηνοθέτης Αμπντάλα Αλ-Χατίμπ χρησιμοποίησε την ομιλία αποδοχής του βραβείου του για να αμφισβητήσει ευθέως τη στάση της Γερμανίας απέναντι στη Γάζα, προκαλώντας πολιτικές αντιδράσεις ακόμη και μέσα στην αίθουσα. Η συζήτηση διευρύνθηκε περαιτέρω όταν περισσότεροι από 500 εργαζόμενοι εξέφρασαν δημόσια τη στήριξή τους προς τη διευθύντρια του φεστιβάλ, Τρίσια Τάτλ, εν μέσω αναφορών για πολιτικές πιέσεις.
Η Μπερλινάλε μετατράπηκε έτσι σε σκηνή όχι μόνο για τον κινηματογράφο, αλλά και για την ένταση ανάμεσα στα επίσημα αφηγήματα και σε όσους επιδιώκουν να τα αμφισβητήσουν. Ανάμεσα στην πρόκληση και τον σεβασμό. Ανάμεσα στον ρεαλισμό και στο ερώτημα πόση πραγματικότητα μπορούν ή πρέπει να αντέξουν οι θεατές, όταν η ίδια η πραγματικότητα είναι ήδη σκληρή. Διαμορφώθηκε ένα φαινομενικό οξύμωρο: οι ταινίες γιορτάζονται ως αυτόνομα έργα τέχνης, κι όμως οι δημιουργοί τους καλούνται να διαχωρίσουν την καλλιτεχνική τους φωνή από την ιδιότητά τους ως ενεργοί πολίτες. Τα φεστιβάλ διακηρύσσουν την ελευθερία της έκφρασης, όμως αυτή η ελευθερία δοκιμάζεται όταν η έκφραση γίνεται άβολη.
Μέσα σε αυτή την πολυεπίπεδη ατμόσφαιρα, η μεταφορά και η κυριολεξία συγκρούστηκαν. Ό,τι προβαλλόταν στην οθόνη δεν μπορούσε να αποσυνδεθεί από όσα διαδραματίζονταν έξω από τις πόρτες των κινηματογραφικών αιθουσών.
Για να στοχαστώ πάνω σε αυτές τις εντάσεις, μίλησα με τέσσερις Κύπριους δημιουργούς και επαγγελματίες του κινηματογράφου, τον Μάριο Πιπερίδη, τον Αντρέα Κυριάκου, την Έλενα Χριστοδουλίδου και την Αργυρώ Νικολάου, ορισμένοι από τους οποίους βίωσαν από κοντά το κλίμα στο Βερολίνο. Προερχόμενοι από την Κύπρο, μια χώρα σημαδεμένη από τη διαίρεση και μια άλυτη σύγκρουση, γνωρίζουν ότι η γραμμή ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική είναι σπάνια καθαρή και ποτέ ουδέτερη.
Οι συνομιλίες μας εξερευνούν την ανεξαρτησία της κινηματογραφικής βιομηχανίας, τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην πρόκληση και την ευθύνη, τις πιέσεις που ασκούνται στα πολιτιστικά ιδρύματα, καθώς και το διαρκές ερώτημα αν ο κινηματογράφος σε καιρό πολέμου μπορεί να αντέξει τη σιωπή ή αν η ίδια η σιωπή μετατρέπεται σε δήλωση.
Αργυρώ Νικολάου
«Η Τέχνη λειτουργεί μέσα στο πεδίο της πολιτικής»
Η Αργυρώ Νικολάου είναι Κύπρια σκηνοθέτιδα, συγγραφέας και ερευνήτρια με έδρα τη Νέα Υόρκη. Οι μικρού μήκους ταινίες της έχουν προβληθεί σε φεστιβάλ και εκθέσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το επιμελητικό της έργο και τα δημόσια προγράμματα που διοργανώνει εκτείνονται μεταξύ Νέας Υόρκης, Αθήνας και Κύπρου. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στα MoMA Post, The American Historical Review, Boston Art Review, καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Είναι διδάκτωρ Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Critical Media Practice από το Harvard, όπου τιμήθηκε με το Bowdoin Prize, και έχει διδάξει στα Princeton, Columbia και Bard. Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου και της Ένωσης Σκηνοθετών Κύπρου, αναπτύσσει αυτή τη στιγμή την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο Excavators και το πρώτο της ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους Unsettled (My Sea), ενώ διδάσκει στο Center for Human Rights and the Arts στο Bard College της Νέας Υόρκης.
Αντί να αντιμετωπίζει την αντιπαράθεση ως μεμονωμένο περιστατικό, η Νικολάου τη τοποθετεί μέσα σε δομές εξουσίας και ιστορίας.
«Η τέχνη λειτουργεί μέσα στο πεδίο της πολιτικής, είτε μας αρέσει είτε όχι», λέει από νωρίς στη συζήτησή μας.
Παρακολουθώντας την αντιπαράθεση στην Μπερλινάλε πώς απαντάτε στο επιχείρημα ότι η τέχνη πρέπει να παραμένει εκτός πολιτικής;
Κάθε καλλιτέχνης μπορεί να αποφασίσει τη δική του θέση ως προς τη σχέση τέχνης και πολιτικής, στο επίπεδο του περιεχομένου. Είναι αυτονόητο ότι κάθε δημιουργός δικαιούται να έχει άποψη για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, τοπικά ή παγκόσμια. Η ελευθερία της έκφρασης είναι θεμέλιος λίθος της δημοκρατίας. Και το τελευταίο που θα θέλαμε είναι μια τέχνη ομοιόμορφη και τυποποιημένη.
Ωστόσο, το να υποστηρίζει κανείς, όπως έκανε ο Wim Wenders στην εναρκτήρια συνέντευξη Τύπου της Μπερλινάλε, ότι η τέχνη «κάνει το αντίθετο της πολιτικής» και να υπαινίσσεται έτσι ότι η τέχνη είναι ή θα έπρεπε να είναι έξω από την πολιτική, σημαίνει ότι αγνοεί το γεγονός ότι η τέχνη λειτουργεί μέσα στο πεδίο της πολιτικής, είτε το επιθυμεί κανείς είτε όχι.
Υπάρχουν ιστορικές στιγμές, όπως αυτή που διανύουμε, όπου το έδαφος αυτού του πεδίου είναι έντονα χαραγμένο και απολύτως αναπόδραστο. Σε τέτοιες στιγμές, ακόμη και η επίκληση της ιδέας της τέχνης για την τέχνη κινδυνεύει να ακουστεί ως αμήχανη επίκληση προνομίου.
Τι ήταν αυτό που έκανε τη συγκεκριμένη δήλωση του Βέντερς τόσο αμφιλεγόμενη;
Το προβληματικό στοιχείο στη δήλωση του Βέντερς, και κάτι που θα περίμενε κανείς να αντιλαμβάνεται περισσότερο, είναι ότι και η ίδια η δήλωση λειτουργεί σε ένα σαφώς πολιτικό πλαίσιο, είτε το ήθελε είτε όχι. Πρόκειται για το φορτισμένο πλαίσιο της Μπερλινάλε, το οποίο έχει επηρεαστεί βαθιά από το ευρύτερο πλαίσιο του γερμανικού κράτους, την αστυνόμευση του φιλοπαλαιστινιακού λόγου και τη φαινομενικά άνευ όρων στήριξη στο καθεστώς Νετανιάχου.
Αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να εξαφανιστεί με βάση την προσωπική στάση ενός καλλιτέχνη. Ταυτόχρονα, οι υπεκφυγές του Βέντερς μπορούν να ιδωθούν και ως σύμπτωμα αυτής της αστυνόμευσης του λόγου στη Γερμανία. Τη βδομάδα που πέρασε είδαμε τη γερμανική κυβέρνηση να ξεκινά έλεγχο για την Τρίσια Τάτλ, διευθύντρια της Μπερλινάλε, εξετάζοντας ακόμη και την απομάκρυνσή της, εξαιτίας φιλοπαλαιστινιακών δηλώσεων βραβευμένων δημιουργών κατά την τελετή λήξης και μιας φωτογραφίας της στην οποία εμφανιζόταν στο ίδιο κάδρο με παλαιστινιακή σημαία. Αυτού του είδους οι συνέπειες είναι εκείνες που αντιμετωπίζουν καλλιτέχνες και εργαζόμενοι στον πολιτισμό στη Γερμανία ακόμη και για έμμεση σύνδεση με την παλαιστινιακή υπόθεση.
Σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, σε μια άλλη εποχή, θα μπορούσε ίσως κανείς να είναι πιο ανοιχτός στο να δει τα λόγια του Βέντερς ως μια ειλικρινή απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα περί της πολιτικής φύσης της τέχνης. Όμως, μέσα στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης εκστρατείας βίας του Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων, είναι δύσκολο να εκληφθεί η απάντησή του ως κάτι διαφορετικό από σύμπτωμα ακριβώς του σημείου που επιχειρούσε να αναδείξει ο δημοσιογράφος, μια σχεδόν αντανακλαστική αντίδραση στην άβολη υπενθύμιση των αναπόφευκτα πολιτικών δομών μέσα στις οποίες λειτουργεί ο ίδιος και τα μέλη της επιτροπής του.
Καλλιτέχνες και φεστιβάλ
Στο ερώτημα αν οι καλλιτέχνες και τα μεγάλα φεστιβάλ πρέπει να λαμβάνουν ρητές πολιτικές θέσεις, η Νικολάου κάνει μια προσεκτική διάκριση.
Φυσικά δεν περιμένουμε από όλους να δημιουργούν τέχνη με πολιτικό πρόσημο. Ούτε πρέπει να αναμένουμε ότι κάθε καλλιτέχνης θα έχει την ίδια πολιτική ιδεολογία.
Οι προσδοκίες της όμως μεταβάλλονται όταν πρόκειται για όσους ηγούνται ισχυρών πολιτιστικών θεσμών. Περιμένουμε από τους ανθρώπους που ηγούνται παγκόσμιων διοργανώσεων διαμόρφωσης γούστου και ατζέντας, όπως το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, να κατανοούν ότι αν μιλούν τόσο εύκολα για ένα «αντίθετο» πεδίο της πολιτικής, το κάνουν μόνο επειδή, όπως θα έλεγε η Hannah Arendt, δεν έχουν εξαναγκαστεί στη βαθιά πολιτική θέση που συνεπάγεται η βιωμένη εμπειρία του πολέμου, του εκτοπισμού, της αποστέρησης δικαιωμάτων και των διώξεων.
Υπήρξαν άλλα παραδείγματα στάσης καλλιτεχνών στο ίδιο φεστιβαλικό κλίμα;
Η Καουτέρ Μπεν Χανία, η Τυνήσια σκηνοθέτις που ήταν υποψήφια για Όσκαρ για την ταινία The Voice of Hind Rajab, αρνήθηκε βραβείο που της απονεμήθηκε στο γκαλά Cinema for Peace στο Βερολίνο, ως ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι σε πρόσωπα, χώρες και θεσμούς που, όπως δήλωσε, παρείχαν πολιτική κάλυψη στη γενοκτονία.
Όπως είπε η ίδια, η ειρήνη δεν είναι άρωμα που ψεκάζεται πάνω από τη βία ώστε η εξουσία να αισθάνεται εκλεπτυσμένη και άνετη. Και ο κινηματογράφος δεν είναι πλύση εικόνας. Αν μιλάμε για ειρήνη, πρέπει να μιλάμε για δικαιοσύνη. Και δικαιοσύνη σημαίνει λογοδοσία. Χωρίς λογοδοσία δεν υπάρχει ειρήνη. Δεν μπορεί κανείς να επιτρέψει οι θάνατοι των Παλαιστινίων να γίνουν φόντο για μια ευγενική ομιλία περί ειρήνης όσο οι δομές που τους επέτρεψαν παραμένουν ανέγγιχτες.
Μάριος Πιπερίδης
Το πολιτικό σινεμά ως εργαλείο διαλόγου
Με τουλάχιστον πέντε πολιτικές ταινίες στο ενεργητικό του, είτε ως παραγωγός και συμπαραγωγός είτε ως σκηνοθέτης, ο Μάριος Πιπερίδης, ιδρυτής της AMP Film Works, παραμένει σταθερά προσηλωμένος στην ιδέα ότι ο κινηματογράφος πρέπει να είναι ανεξάρτητος και πως αυτοί που τον στηρίζουν πρέπει να του παραχωρούν το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης.
Με έργα όπως η Smuggling Hendrix (2018), η The Immortalizer (2013) και η The Last Remaining Seats(2011), ο Πιπερίδης έχει αποδείξει πως δεν φοβάται να θίξει ευαίσθητα θέματα της κυπριακής και διεθνούς πραγματικότητας.
Η ταινία του Smuggling Hendrix αφηγείται την ιστορία ενός μουσικού που προσπαθεί να περάσει τον σκύλο του από τη μια πλευρά της Κύπρου στην άλλη, και μέσα από αυτήν την φαινομενικά απλή ιστορία, αναδεικνύεται ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο ενός διχασμένου νησιού.
«Στην περίπτωση της Κύπρου, πάντα βλέπαμε τη δική μας πλευρά και κάναμε μια μονόπλευρη παρουσίαση. Τώρα άρχισαν να αλλάζουν τα πράγματα, πέρασαν πολλές δεκαετίες για να δούμε ταινίες με άλλη οπτική», αναφέρει, προσθέτοντας πως το Smuggling Hendrix ήθελε να προκαλέσει τον διάλογο, δείχνοντας και τις άλλες οπτικές, όπως για παράδειγμα του έποικου που έχει γεννηθεί στην Κύπρο και ρωτά «είναι έγκλημα που έχω γεννηθεί;».
«Δεν είναι θέμα πεποιθήσεων ούτε ήταν αυτοσκοπός το να προκαλέσουμε, αλλά είναι σημαντικό να έχουμε το δικαίωμα να αμφισβητούμε το επίσημο αφήγημα κα να προωθούμε τον διάλογο. Είτε συμφωνούμε είτε όχι, έχουμε το δικαίωμα να παραθέτουμε και άλλες απόψεις», υποστηρίζει.
Αναφερόμενος στον ρόλο του κινηματογράφου σε εποχές πολέμου, εξέφρασε την άποψη πως οι δημιουργοί έχουν ευθύνη απέναντι στο πολιτικό αφήγημα και πως ο διάλογος μέσα από την Τέχνη είναι αναγκαίος.
«Ο κινηματογράφος είναι ένας από τους λίγους χώρους όπου μπορεί να ανοίξει διάλογος και να φωτιστούν διαφορετικές πλευρές της πραγματικότητας», σημειώνει.
Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ρόλος του πολιτικού σινεμά σε μια περίοδο πολέμου και έντασης;
Σημειώνει ότι η πολιτική διάσταση του σινεμά δεν περιορίζεται στην αντιπαράθεση, αλλά αφορά την προώθηση του διαλόγου: «Βήμα προς βήμα, οι ταινίες δεν θα αλλάξουν τον κόσμο αλλά θα δείξουν και άλλους τρόπους για να βλέπουμε τον κόσμο, να ανοίξουν συζητήσεις και να φωτίσουν πλευρές της ιστορίας που προηγουμένως παρέμεναν αθέατες».
Πώς διασφαλίζετε την ανεξαρτησία του κινηματογράφου και του πολιτισμού;
«Ο κινηματογράφος πρέπει να είναι ανεξάρτητος», υπογραμμίζει.
«Πρέπει αυτοί που τον στηρίζουν να του δίνουν την ευκαιρία να προκαλεί και να προωθεί τον διάλογο, να μπορεί να φωτίσει και άλλες πλευρές της ιστορίας», λέει σημειώνοντας πως πρέπει συνειδητά αυτοί που χρηματοδοτούν να λένε «θα σε χρηματοδοτήσω για να πεις την άποψή σου».
Ο ίδιος προσθέτει ότι η υποστήριξη του πολιτικού σινεμά είναι δείκτης της υγείας ενός δημοκρατικού κράτους: «Το πολιτικό σινεμά χρειάζεται και πρέπει να στηρίζεται, αυτή είναι η δύναμη της ελευθερίας. Ένα υγιές κράτος είναι αυτό που στηρίζει και την αντίθετη άποψη».
Βλέπουμε να εκδηλώνεται παγκοσμίως ένα κλίμα φόβου και αυτολογοκρισίας;
Είναι γεγονός ότι επικρατεί παντού κλίμα φόβου γύρω από την ελευθερία της έκφρασης. Συμβαίνει παντού», παρατηρεί ο Πιπερίδης. «Αλλά αν δεν μπορεί ο πολιτισμός να εκφράσει απόψεις για τον πολιτισμό και την ανθρωπότητα, τότε ποιος μπορεί;»
Έλενα Χριστοδουλίδου
«Ένα έργο είναι πολιτικό όταν διαταράσσει το “φυσικό” και το “αυτονόητο”»
Η Δρ. Έλενα Χριστοδουλίδου, ως Ανώτερη Πολιτιστική Λειτουργός στο Υφυπουργείο Πολιτισμού εκπροσωπεί τη χώρα σε διεθνείς διοργανώσεις και δίκτυα κινηματογράφου, έχει συμμετάσχει σε κριτικές επιτροπές και συμβάλλει ουσιαστικά στην ενίσχυση της παρουσίας της Κύπρου στον διεθνή πολιτιστικό χάρτη.
Σταθερά παρούσα σε όλες τις κρίσιμες διεκδικήσεις της κυπριακής κινηματογραφίας, έχει στηρίξει θεσμικά και ουσιαστικά την προσπάθεια των Κύπριων δημιουργών να κατακτήσουν χώρο στη διεθνή κινηματογραφική κοινότητα. Με βαθιά θεωρητική κατάρτιση και ενεργό συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο, αποτελεί μια φωνή με κύρος γύρω από τη σχέση τέχνης και πολιτικής.
Για τη συζήτηση που άνοιξε στο Βερολίνο, είπε στον «Π» ότι το θέμα γύρω από την πολύκροτη αναφορά του Wim Wenders έχει εξαντληθεί μέσα από έναν σημαντικό αριθμό αναρτήσεων και αναλύσεων.
«Δεν γνωρίζω για ποιο λόγο αυτολογοκρίθηκε. Θέλω να πιστεύω ότι ήταν μια κακή στιγμή ενός από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες στον κόσμο ή απλώς ένα ατυχές… σαρδάμ. Αυτό, δεν μειώνει το έργο του. Άλλωστε, με το έργο του έχουμε να κάνουμε και όχι με τον ίδιο. Και το έργο του είναι εξόχως και πολυεπίπεδα πολιτικό». Ταυτόχρονα, για την πιο πρόσφατη εξέλιξη, θεωρώ απαράδεκτο και επικίνδυνο να συζητιέται η παραίτηση της Tricia Tuttle.
Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η σχέση πολιτικής και τέχνης;
Η πολιτική τέχνη είναι συνυφασμένη με τις πιο δυναμικές, ωφέλιμες και σύνθετες εκφάνσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Δεν περιορίζεται σε έργα που αναπαριστούν πολιτικά γεγονότα, ούτε πρέπει να συγχέουμε τον πολιτικό κινηματογράφο με τον στρατευμένο κινηματογράφο ή με έργα που υπηρετούν μηχανισμούς διαφώτισης καθεστώτων.
Ο πολιτικός κινηματογράφος αφορά κάθε μορφή αισθητικής πρακτικής που παρεμβαίνει στον δημόσιο χώρο, διαμορφώνει συνειδήσεις και επαναπροσδιορίζει σχέσεις εξουσίας. Δεν αποτελεί απλώς θεματολογική κατηγορία, είναι πεδίο διαρκούς θεωρητικής και πρακτικής διαπραγμάτευσης.
Η πολιτική τέχνη δεν είναι μόνο τέχνη «με θέμα» την πολιτική. Είναι τέχνη που λειτουργεί πολιτικά. Ένα καθημερινό γεγονός μπορεί να αποκτήσει την ίδια αξία με ένα ηρωικό έπος. Και αυτή η διάσταση δεν προκύπτει μόνο από το περιεχόμενο, αλλά και από τη μορφή: από την αφήγηση, το μοντάζ, τη μουσική, ακόμη και από τη σιωπή. Ένα έργο μπορεί να είναι πολιτικό επειδή αμφισβητεί κυρίαρχες αναπαραστάσεις φύλου, τάξης ή φυλής ή επειδή αποκαλύπτει μηχανισμούς ιδεολογικής χειραγώγησης.
Ιστορικά, πότε ο κινηματογράφος απέκτησε πολιτική διάσταση;
Λόγω της μαζικής του απεύθυνσης και της τεχνολογικής του φύσης, ο κινηματογράφος αναδείχθηκε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα σε κατεξοχήν πολιτικό μέσο, με πρωτεργάτη τη ρωσική πρωτοπορία. Πολύ περιληπτικά αναφέρω ότι στη μεταπολεμική Ευρώπη, δημιουργοί όπως ο Jean-LucGodard επαναδιατύπωσαν τη σχέση μορφής και πολιτικής μέσα από το κίνημα της Nouvelle Vague. Ο Godard υποστήριζε ότι δεν αρκεί να κάνεις «πολιτικές ταινίες», αλλά πρέπει να κάνεις ταινίες «πολιτικά», να αποδομείς δηλαδή τους ίδιους τους μηχανισμούς αναπαράστασης.
Στη Λατινική Αμερική, το ρεύμα του Τρίτου Κινηματογράφου, με θεωρητικούς όπως ο FernandoSolanas, αντιπαρατέθηκε τόσο στον εμπορικό κινηματογράφο του Hollywood όσο και στον ευρωπαϊκό auteur κινηματογράφο, προτείνοντας έναν κινηματογράφο συλλογικό, επαναστατικό και ριζοσπαστικό.
Πώς μεταφράζεται αυτή η συζήτηση στο σήμερα;
Στον σύγχρονο κόσμο της ψηφιακής εικόνας, ο πολιτικός κινηματογράφος αποκτά νέες διαστάσεις. Τα ντοκιμαντέρ, το ανεξάρτητο σινεμά και οι διαδικτυακές πλατφόρμες επιτρέπουν την παραγωγή και διάχυση εναλλακτικών αφηγήσεων. Ταυτόχρονα, η εμπορευματοποίηση της εικόνας θέτει το ερώτημα κατά πόσο η πολιτική τέχνη μπορεί να διατηρήσει την κριτική της ισχύ μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα μαζικής κατανάλωσης.
Σε θεωρητικό επίπεδο, ποια προσέγγιση θεωρείτε καθοριστική;
Η συμβολή του Jacques Rancière υπήρξε καθοριστική. Στο έργο του The Politics of Aesthetics, μετατοπίζει το ερώτημα από το «τι λέει» ένα έργο στο «πώς οργανώνει την εμπειρία». Η πολιτική, σύμφωνα με τον Rancière, δεν ταυτίζεται με την κρατική εξουσία· είναι διαμάχη για το τι μπορεί να γίνει ορατό, ακουστό και νοητό μέσα σε μια κοινωνία. Αυτή τη δομή την ονομάζει «κατανομή του αισθητού».
Η πολιτική πράξη είναι η στιγμή που εκείνοι που δεν είχαν «μερίδιο» στον λόγο διεκδικούν ορατότητα και ακουστότητα. Δεν είναι διαχείριση, αλλά διαφωνία — dissensus.
Έτσι, μια ταινία μπορεί να είναι πολιτική ακόμη κι αν δεν αναφέρεται ρητά σε κοινωνικούς αγώνες. Η πολιτική της διάσταση έγκειται στον ρυθμό, στη σιωπή, στη ρήξη της αφήγησης, στη μετατόπιση της οπτικής γωνίας. Ο κινηματογράφος γίνεται παραγωγή διαφωνίας, σύγκρουση με το κυρίαρχο αφήγημα.
Ο πολιτικός κινηματογράφος δεν οφείλει να προσφέρει λύσεις ούτε να καταφεύγει σε διδακτισμό. Οφείλει να δημιουργεί «κενά», να αναστέλλει τη βεβαιότητα, να επιτρέπει την αναδιαπραγμάτευση του ορατού. Ένα έργο είναι πολιτικό όταν διαταράσσει το «φυσικό» και το «αυτονόητο».
Η τέχνη δεν είναι εργαλείο μετάδοσης μηνυμάτων. Είναι πεδίο ανακατανομής του αισθητού. Δεν πρόκειται για εκπροσώπηση των «άλλων», αλλά για μετασχηματισμό των ίδιων των συνθηκών μέσα στις οποίες κάτι μπορεί να γίνει ορατό ως «άλλο».
Και στην Κύπρο;
Στην Κύπρο, η πραγματικότητα αποτελεί, φευ, μια ακατάλυτη πηγή έμπνευσης — αλλά κυρίως μια υπαρξιακή ανάγκη για δημιουργία πολιτικής τέχνης και, παρόλο το 'νεαρό' του κυπριακού κινηματογράφου, έχουμε σημαντικά παραδείγματα να επιδείξουμε. Η ιστορική εμπειρία, η διαίρεση, η μνήμη, η ενίοτε δυστοπική κοινωνική πραγματικότητα, οι ανισότητες, η αδιαφάνεια, η απώλεια και άλλα καθιστούν τον κινηματογράφο όχι απλώς μέσο έκφρασης, αλλά χώρο ουσιαστικού αναστοχασμού και διαφωνίας.
Αντρέας Κυριάκου
Ο κινηματογράφος ως χώρος ενσυναίσθησης και ελευθερίας
Ο Αντρέας Κυριάκου σπούδασε κινηματογράφο στο Raindance Institute του Λονδίνου και από το 2006 εργάζεται σε εταιρείες παραγωγής στην Κύπρο. Επιμελείται φεστιβάλ, ανάμεσά τους και το Cyprus Film Days for Children & Youth, ενώ το 2016 ίδρυσε το δημιουργικό συλλογικό σχήμα GeekOtopos με στόχο τη διαμόρφωση σύγχρονων κυπριακών αφηγήσεων. Ανάμεσα στα επόμενα σχέδιά του είναι η ευρωπαϊκή μίνι σειρά The Midnight Shift, που απέσπασε το HBO-Europe Award στο Sarajevo Film Festival το 2017, καθώς και η ανάπτυξη της πρώτης του μεγάλου μήκους ταινίας με τίτλο Vŭlk.
Στη συζήτησή μας τοποθετείται γύρω από τη συζήτηση που άνοιξε με αφορμή τις δηλώσεις του Wim Wenders, επιχειρώντας να δει το ζήτημα πέρα από την επιφανειακή αντιπαράθεση.
«Νομίζω ότι ο Βιμ Βέντερς εξέφρασε μια προσωπική άποψη», λέει. «Πιστεύω ότι η δύναμη του κινηματογράφου βρίσκεται στην ενσυναίσθηση και όχι στις πολιτικές δηλώσεις. Και ακριβώς η ενσυναίσθηση ήταν το επίκεντρο της δουλειάς του Βέντερς».
Για τον Κυριάκου, το έργο του Γερμανού δημιουργού μιλά από μόνο του. Αναφέρει ως παραδείγματα το Wings of Desire και το Buena Vista Social Club. «Το Wings of Desire είναι μια βαθιά πολιτικοποιημένη ταινία. Το Buena Vista Social Club αποτελεί δήλωση από μόνο του. Κάποιοι δημιουργοί εκφράζονται μέσα από τις ταινίες τους. Δεν πρέπει να επιστρατεύεται ο κινηματογράφος από καμία πλευρά».
Επιμένει ότι ο κινηματογράφος δεν υπάρχει στο κενό. «Είναι διάλογος. Αλλά είναι και χώρος ελευθερίας. Δεν πρέπει να εξαναγκάζεται να είναι πολιτικός».
Πού εντοπίζετε, λοιπόν, την παρεξήγηση;
Κατά τον ίδιο, το πλαίσιο έχει σημασία. «Ο Βέντερς εκπροσωπούσε το φεστιβάλ και εδώ έγκειται η παρεξήγηση. Ίσως κάποια πράγματα χάθηκαν στη μετάφραση. Οι δημοσιογράφοι τον έβαλαν στη γωνία να πάρει θέση. Προκάλεσε τόση αίσθηση επειδή ειπώθηκε από τον Βέντερς».
Υπογραμμίζει ωστόσο ότι το ίδιο το έργο του σκηνοθέτη είναι βαθιά πολιτικοποιημένο, ακόμη κι αν δεν λειτουργεί με συνθήματα. «Στις ταινίες του δεν υπάρχουν ‘κακοί’. Υπάρχει ανθρωπιά. Και αυτό από μόνο του είναι πολιτική πράξη».
Ο Κυριάκου αναγνωρίζει ότι ζούμε σε μια εποχή όπου η πίεση για δημόσια τοποθέτηση είναι έντονη. «Είναι μια περίοδος που πολλοί θεωρούν σημαντικό να πάρεις θέση. Ίσως θα μπορούσε να το κάνει με έναν τρόπο. Αλλά δεν μπορούμε να αγνοούμε ότι η τέχνη, μέσα από τις ανθρώπινες ιστορίες που αφηγείται, είναι ήδη μια βαθιά πολιτική πράξη».
Σε μια εποχή πολέμου, ποιος είναι ο ρόλος του κινηματογράφου;
«Για λαούς που βρίσκονται σε σύγκρουση ή σε κατοχή, η τέχνη είναι ένα από τα πιο δυνατά μέσα για να στείλουν τα μηνύματά τους. Οι ανθρώπινες ιστορίες είναι ένα επικίνδυνο –με την καλή έννοια– εργαλείο. Δημιουργούν ενσυναίσθηση. Και η ενσυναίσθηση είναι ίσως η πιο ουσιαστική πολιτική πράξη».
Για τον Αντρέα Κυριάκου, ο κινηματογράφος οφείλει να παραμένει ελεύθερος. Να μην εργαλειοποιείται, αλλά ούτε και να φοβάται τη δύναμή του. «Η δύναμή του δεν είναι στις δηλώσεις. Είναι στη δυνατότητά του να μας κάνει να δούμε τον άλλον».
The Screen That Doesn’t Fall Silent: Cypriot Filmmakers Comment on the Wartime Backdrop of the Berlinale
The 76th Berlin International Film Festival was marked by the war in the Middle East and the discussions it sparked about the role of art in times of conflict. The question of whether cinema can remain neutral in a politically charged environment was at the center of discussions, with different views expressed by filmmakers and critics. The debate peaked with the speech by Palestinian-Syrian director Abdallah Al-Khatib, who used his acceptance speech to criticize Germany's stance on Gaza, causing reactions. The festival director, Tricia Tuttle, received public support from festival workers amid reports of political pressure. Cypriot filmmakers who attended the festival commented on the atmosphere and discussions, emphasizing the complexity of the relationship between art and politics, especially in a country with a history of political division like Cyprus. The Berlinale became a scene of confrontation between official narratives and the need for critical thinking, questioning the boundaries of artistic freedom and the role of cinema in society.
You Might Also Like
Η Πτώση του Πολιτισμού: Από τον ΟΗΕ στο Κυπριακό Τρα(μ)π - Η επικίνδυνη αυταπάτη του «παρατηρητή»
Feb 19
Η πτώση του Πολιτισμού: Από τον ΟΗΕ στο κυπριακό Τρα(μ)π
Feb 19
Το καρναβάλι της κατοχής
Feb 21
Ανέστησαν με ΑΙ τον Κληρίδη και έθαψαν για πάντα την πολιτική σοβαρότητα!
Mar 1
Κυπριακό: Με το βλέμμα στραμμένο στις εκλογές του ‘28 - Οι προθέσεις για τη δυναμική που αναζητούν τα Ηνωμένα Έθνη
Mar 2