Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης πέτυχε κάτι σπάνιο πριν καν ανοίξει το στόμα του απόψε στην τηλεόραση. Κατάφερε να ακυρώσει εκ των προτέρων την αξιοπιστία μιας συνέντευξης πριν καν την δώσει. Με την ανάρτησή του στο Χ έγραψε ότι απόψε θα απαντήσει στα «ερωτήματα του Γιάννη Καρεκλά» και μάλιστα παρέθεσε 15 συγκεκριμένα, αναλυτικά και θεματικά κατανεμημένα ερωτήματα. Προφανώς και δεν ήταν μια ατυχής και πρόχειρη διατύπωση, αλλά ήταν μια δημόσια προαναγγελία με σαφές περιεχόμενο.
Από εκεί και πέρα οι εκδοχές είναι δύο και καμία από τις δύο δεν είναι αθώα.
Είτε οι ερωτήσεις είχαν πράγματι δοθεί ή συζητηθεί εκ των προτέρων, πράγμα καταστροφικό για κάθε σοβαρή δημοσιογραφική διαδικασία, είτε ο ίδιος ο συνεντευξιαζόμενος επιχείρησε να προκαθορίσει το πλαίσιο της συζήτησης και να εμφανιστεί ως δήθεν έτοιμος για όλα, ενώ στην πραγματικότητα έμπαινε σε γήπεδο που έστησε μόνος του. Και στις δύο περιπτώσεις η εικόνα που είναι αυτή της θεατρικής παράστασης.. Η μία είναι χειρότερη από την άλλη, αλλά και οι δύο είναι αρκετά προβληματικές.
Το ότι απαιτήθηκε η παρέμβαση του Χρύσανθου Τσουρούλλη και της γραφικής Νικολέττας Τσικκίνη, δείχνει ακριβώς πόσο σοβαρό ήταν το ολίσθημα. Ο Τσουρούλλης κάλεσε δημόσια τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη να ξεκαθαρίσει αν του δόθηκαν ερωτήσεις και τόνισε ότι ο δημοσιογράφος θα υποβάλει εκείνες που ο ίδιος κρίνει ότι πρέπει να τεθούν. Δεν ήταν μια τυπική διόρθωση, αλλά θεσμική αποστασιοποίηση, ως σήμα κινδύνου, επειδή είχε ήδη δημιουργηθεί η εντύπωση ότι κάτι δεν πάει καλά.
Ο ίδιος ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης απάντησε αργότερα ότι δεν είχε «καμία απολύτως επικοινωνία» με τον Γιάννη Καρεκλά και ότι είναι έτοιμος να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Με αυτή η διάψευση προσπάθησε να πείσει ότι απλώς μάντεψε τι θα τον ρωτήσουν, αλλά δεν έπεισε ούτε καν παιδιά του Δημοτικού. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν υπήρξε συνεννόηση, αλλά το ότι ο ίδιος παρουσίασε δημοσίως μια λίστα ερωτήσεων ως ερωτήματα του δημοσιογράφου. Όταν ένας επίδοξος πολιτικός εμφανίζεται να αποδίδει σε δημοσιογράφο ένα τόσο λεπτομερές πλαίσιο, δεν δημιουργεί απλώς σύγχυση. Δημιουργεί σκηνικό και η πολιτική έχει ήδη υπερβολικό θέατρο για να χρειάζεται και πρόβα τζενεράλε στα κοινωνικά δίκτυα.
Οι δικαιολογίες που ακούστηκαν εκ των υστέρων είναι μάλλον παιδαριώδεις. Διότι εδώ δεν μιλάμε για μια γενική αναφορά σε θεματικές ενότητες. Δεν έγραψε, ας πούμε, «θα συζητήσουμε για τη διαφθορά, την οικονομία και το Άλμα». Ανέβασε 15 αριθμημένα ερωτήματα με σαφή δομή και ευρύ φάσμα, από το αν είναι «ανεύθυνος και απολιτίκ» μέχρι το αν διορίστηκε με ρουσφέτι ως Γενικός Ελεγκτής. Αυτό δεν αφήνει χώρο για την αφελή εκδοχή της παρεξηγημένης ανάρτησης.
Η ουσία είναι μία. Μια συνέντευξη οφείλει να έχει το στοιχείο της δημοσιογραφικής αυτονομίας γιατί διαφορετικά παύει να είναι συνέντευξη και γίνεται παράσταση για δύο. Ο Γιάννης Καρεκλάς έχει απόψε επιπρόσθετη ευθύνη να αποδείξει ότι δεν υπήρξε συνεννόηση και πιθανότατα θα αναζητήσει διαφορετικά ερωτήματα από αυτά που αποκαλύφθηκαν. Όσο για τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη έχει ήδη δώσει ένα πρώτο δείγμα πολιτικής συμπεριφοράς που κάθε άλλο παρά αθώο είναι.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν η συνέντευξη είναι στημένη με τη στενή έννοια του όρου, αλλά αν έχει απαξιωθεί πριν καν δοθεί. Η απάντηση είναι ναι. Και αυτό, στην πολιτική και στη δημοσιογραφία, αρκεί για να μείνει η σκιά. Οι σκιές άλλωστε δεν χρειάζονται ομολογία, αλλά αρκεί η αμετροέπεια ενός Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Αρκεί να υπενθυμίσω, ότι ο Πρόεδρος του ΑΛΜΑ, έχει επιλέξει να δώσει συνεντεύξεις σε «βολικούς» συναδέλφους αποφεύγοντας τις κακοτοπιές που θα αποκαλύπταν την πολιτική του ένδεια.
Πάντως αν η αποψινή συνέντευξη ήταν ποδοσφαιρικός αγώνας, η UEFA θα έστελνε από χθες κόκκινο φάκελο, πριν η μπάλα στηθεί στη σέντρα.
Αν ήταν ποδοσφαιρικός αγώνας θα ερχόταν κόκκινος φάκελος
Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης προκάλεσε έντονη κριτική πριν από τη συνέντευξή του στον Γιάννη Καρεκλά, δημοσιεύοντας στο X μια λίστα με 15 ερωτήσεις που, όπως ανέφερε, θα του υποβάλλονταν. Η κίνηση αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη δημοσιογραφική δεοντολογία και την αυτονομία της συνέντευξης. Υπάρχουν δύο πιθανές ερμηνείες: είτε υπήρξε προηγούμενη συνεννόηση για τις ερωτήσεις, γεγονός καταστροφικό για τη δημοσιογραφική διαδικασία, είτε ο Μιχαηλίδης προσπάθησε να προκαθορίσει το πλαίσιο της συζήτησης, δημιουργώντας μια θεατρική παράσταση. Η παρέμβαση του Χρύσανθου Τσουρούλλη και της Νικολέττας Τσικκίνη υπογραμμίζει τη σοβαρότητα του περιστατικού. Ο Τσουρούλλης ζήτησε από τον Μιχαηλίδη να ξεκαθαρίσει αν του δόθηκαν οι ερωτήσεις, τονίζοντας ότι ο Καρεκλάς θα υποβάλει τις δικές του ερωτήσεις. Αυτό σηματοδότησε μια θεσμική αποστασιοποίηση, καθώς είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο Μιχαηλίδης αρνήθηκε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Καρεκλά, ισχυριζόμενος ότι απλώς μάντεψε τις ερωτήσεις, μια εξήγηση που δεν πείθει. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η πιθανή συνεννόηση, αλλά η παρουσίαση των ερωτήσεων ως ερωτήσεων του δημοσιογράφου. Αυτό δημιουργεί ένα σκηνικό και υπονομεύει την αξιοπιστία της συνέντευξης. Οι δικαιολογίες που ακούστηκαν εκ των υστέρων κρίνονται παιδαριώδεις, καθώς η λίστα των ερωτήσεων ήταν λεπτομερής και καλά δομημένη, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα θεμάτων. Η ουσία είναι ότι μια συνέντευξη πρέπει να διατηρεί τη δημοσιογραφική της αυτονομία, διαφορετικά μετατρέπεται σε μια απλή παράσταση. Ο Καρεκλάς έχει επιπλέον ευθύνη να αποδείξει ότι δεν υπήρξε συνεννόηση, ενώ ο Μιχαηλίδης βρίσκεται υπό έλεγχο για την κίνησή του.