Άδεια για καταχώρηση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari παραχώρησε το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφασή του ημερομηνίας 17 Μαρτίου 2026, σε σχέση με ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 σε καζίνο στην επαρχία Λάρνακας. Η αίτηση συνδέεται με την διερευνώμενη υπόθεση εντοπισμού βίντεο σε κινητό τηλέφωνο που απεικονίζουν βασανιστήρια και στην απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά σε οπτικοακουστικό υλικό, στο οποίο απεικονίζονται πρόσωπα να κρατούνται παρά τη θέλησή τους και να υφίστανται βία.
Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, ο αιτητής, διαχειριστής του υποστατικού, επιδιώκει να προσβάλει το ένταλμα έρευνας, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία που να συνδέει τον χώρο με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.
Το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι για να χορηγηθεί τέτοια άδεια, «ο αιτητής θα πρέπει να τεκμηριώσει συζητήσιμη υπόθεση», σημειώνοντας ότι τα προνομιακά εντάλματα «χορηγούνται κατ’ εξαίρεση και όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, είτε πλάνη περί τον Νόμο, είτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης».
Όπως καταγράφεται στον όρκο που συνόδευε το αίτημα της Αστυνομίας για την έκδοση του εντάλματος έρευνας στο υποστατικό, οι Αρχές διερευνούσαν υπόθεση εναντίον του αιτητή και άλλων δύο προσώπων που αφορά στα αδικήματα βαριάς σωματικής βλάβης, παράλειψης αποτροπής κακουργήματος, επιθέσεις που προκαλούν πραγματική σωματική βλάβη, κοινής επίθεσης, μαχαιροφορίας, κατοχής επιθετικού όπλου και οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν το 2025.
Σύμφωνα με την απόφαση, «στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης αναφορικά με τα ανωτέρω αδικήματα, καθώς επίσης και τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, εκβίασης, απαίτησης περιουσίας με απειλές, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, συμμετοχής και αποδοχής διάπραξης αδικημάτων και απειλής, τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν τον Ιανουάριο του 2026, κατά τη σύλληψη του αιτητή, παραλήφθηκαν ως τεκμήρια τα δύο κινητά του τηλέφωνα».
«Κατά τη δικανική εξέταση και επιθεώρηση των ηλεκτρονικών δεδομένων ενός εξ αυτών, εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός φωτογραφιών και βίντεο στα οποία απεικονίζονται έξι πρόσωπα σε διαφορετικές ημερομηνίες να βρίσκονται στον ίδιο χώρο που παραπέμπει σε δωμάτιο-γραφείο με καναπέ, καρέκλες και τραπεζάκι, παρά τη θέληση τους, και τόσο ο Αιτητής όσο και άλλο πρόσωπο να τους φωνάζει, απειλεί και κτυπά με τα χέρια και άλλα επιθετικά όπλα προκαλώντας τους σωματικές βλάβες. Ο Αιτητής φαίνεται σε δύο περιπτώσεις να κρατά πιστόλι το οποίο έβαλε στο στόμα του ενός προσώπου. Στον όρκο γίνεται λεπτομερής αναφορά σε καθένα εκ των βίντεο, τα οποία φαίνεται να δημιουργήθηκαν μεταξύ 8.6.2025 και 19.9.2025, τη διάρκεια τους και τι ακριβώς απεικονίζουν. Σε όλα τα βίντεο, τα πρόσωπα φαίνεται να βρίσκονται πάνω στον ίδιο καναπέ», συνεχίζει το Ανώτατο.
Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα για το Ανώτατο δεν ήταν η ύπαρξη των βίντεο, αλλά κατά πόσο υπήρχε επαρκής σύνδεση του συγκεκριμένου υποστατικού με τα γεγονότα.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, η μοναδική αναφορά στο ένταλμα που συνδέει τον χώρο με τα επίδικα γεγονότα είναι ότι «από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι όλα τα πιο πάνω βίντεο έχουν καταγραφεί σε χώρους του υποστατικού-καζίνο».
Το Δικαστήριο κρίνει τη διατύπωση αυτή μη επαρκή, σημειώνοντας ότι «αυτή η αναφορά διαφαίνεται γενική και αόριστη, καθότι αφενός παραπέμπει σε περισσότερους του ενός «χώρους» όπου φέρονται να διαδραματίζονται τα διάφορα επεισόδια, και αφετέρου δεν δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ως προς το σε τι συνίστανται αυτές οι εξετάσεις και πώς κατέδειξαν το συγκεκριμένο υποστατικό».
Περαιτέρω, αναφέρεται ότι το γεγονός πως ο αιτητής είναι διαχειριστής του υποστατικού «δεν φαίνεται να ικανοποιεί, από μόνο του, τη δημιουργία σύνδεσης του χώρου με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και τα αναζητούμενα αντικείμενα».
«Σε αυτό το στάδιο, διαφαίνεται ότι δεν είχε τεθεί τέτοια μαρτυρία η οποία να οδηγήσει το ίδιο το Δικαστήριο στη διαπίστωση περί διασύνδεσης του υποστατικού με τα γεγονότα, παρά μόνο αρκέστηκε στη θέση του ενόρκως δηλούντος περί τούτου», εξηγεί το Ανώτατο.
Με βάση τα πιο πάνω, το Ανώτατο καταλήγει ότι «εγείρεται συζητήσιμη υπόθεση» ως προς ορισμένους λόγους που προβάλλει ο αιτητής και συγκεκριμένα σε σχέση με την επάρκεια της μαρτυρίας και την αναγκαιότητα και την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την έκδοση του εντάλματος.
Αντίθετα, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αιτητή που αφορούσε τον σκοπό λήψης δειγμάτων DNA, με το Δικαστήριο να διαπιστώνει ότι το ένταλμα εκδόθηκε τελικά «για τον προβλεπόμενο στον Νόμο σκοπό».
Ως εκ τούτου, δόθηκε άδεια στον αιτητή για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari σε σχέση με το ένταλμα έρευνας του υποστατικού, η οποία αναμένεται να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
ΚΥΠΕ
Βίντεο βασανισμών πολιτών σε καζίνο στην Πύλα: Άδεια για προσβολή του εντάλματος έρευνας από το Ανώτατο
Το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος (Certiorari) σχετικά με ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε σε καζίνο στην Λάρνακα τον Φεβρουάριο του 2026. Η αίτηση αφορά την διερεύνηση βίντεο που βρέθηκε σε κινητό τηλέφωνο και απεικονίζει βασανιστήρια. Ο αιτητής, διαχειριστής του καζίνο, αμφισβητεί το ένταλμα, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις που να συνδέουν τον χώρο με τα αδικήματα. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι για την έκδοση τέτοιου εντάλματος, ο αιτητής πρέπει να τεκμηριώσει μια συζητήσιμη υπόθεση, καθώς τα προνομιακά εντάλματα εκδίδονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν υπάρχει έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Η αστυνομία διερευνούσε μια σειρά από αδικήματα, όπως βαριά σωματική βλάβη, παράλειψη αποτροπής κακουργήματος, επιθέσεις, μαχαιροφορία, οπλοφορία και εκβίαση, που φέρονται να διαπράχθηκαν το 2025 και τον Ιανουάριο του 2026. Κατά τη σύλληψη του αιτητή, κατασχέθηκαν δύο κινητά τηλέφωνα, στα οποία βρέθηκαν βίντεο που απεικονίζουν βασανιστήρια. Τα βίντεο δείχνουν άτομα κρατούμενα παρά τη θέλησή τους, να δέχονται βία, απειλές και χτυπήματα από τον αιτητή και άλλο άτομο. Σε δύο περιπτώσεις, ο αιτητής φαίνεται να κρατά πιστόλι στο στόμα ενός από τα θύματα. Το δικαστήριο σημειώνει ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η σύνδεση του υποστατικού με τα αδικήματα, και η απόφαση επικεντρώνεται στην επάρκεια των αποδείξεων για την έκδοση του εντάλματος έρευνας.