Το αλαλούμ με τις ημερομηνίες αποδέσμευσης από τον εργοδότη της έφερε την ανατροπή από το εφετείο στην υπόθεση οικιακής βοηθού από το Νεπάλ. Η έφεση της έγινε δεκτή ακυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την προσφυγή της κατά της κήρυξής της ως παράνομη μετανάστρια και των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης που εκδόθηκαν εναντίον της.
Σύμφωνα με τα γεγονότα, η γυναίκα έφτασε στην Κύπρο στις 23 Φεβρουαρίου 2024 με άδεια εισόδου ως οικιακή βοηθός στη Λάρνακα. Στις 31 Ιανουαρίου 2025 υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής προκειμένου να εργαστεί σε νέο εργοδότη, αφού είχε αποδεσμευθεί από τον πρώτο εργοδότη της στις 22 Μαΐου 2024 και είχε ακυρωθεί η προηγούμενη άδεια παραμονής της.
Στις 9 Απριλίου 2025 της παραχωρήθηκε επιστολή αποδέσμευσης από νέα εργοδότρια, ενώ όταν συνελήφθη στη Λευκωσία στις 16 Μαΐου 2025 δεν υπήρχε σε εκκρεμότητα οποιαδήποτε αίτησή της στο σύστημα. Κατά την προφορική της συνέντευξη ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στη χώρα της και ότι σκόπευε να βρει νέο εργοδότη. Στη βάση εισήγησης της υπηρεσίας, η διοίκηση την κήρυξε απαγορευμένη μετανάστρια και εξέδωσε διατάγματα κράτησης και απέλασης, με αιτιολογία ότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 9 Μαΐου 2025, όταν θεωρήθηκε ότι έληξε η προθεσμία για εξεύρεση νέου εργοδότη.
Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της, κρίνοντας ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είχαν εκδοθεί από αρμόδιο όργανο και ότι ήταν επαρκώς αιτιολογημένες.
Στην έφεση της προέβαλε τέσσερις λόγους, μεταξύ των οποίων ότι οι αποφάσεις εκδόθηκαν από αναρμόδιο πρόσωπο, ότι δεν υπήρξε επαρκής έρευνα και αιτιολογία, ότι ο διοικητικός φάκελος δεν περιείχε τα απαραίτητα στοιχεία για δικαστικό έλεγχο και ότι παραβιάστηκε η προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία.
Η εφεσείουσα υποστήριξε ότι η έκδοση των διαταγμάτων βασίστηκε σε συμφωνία αποδέσμευσης που δεν υπήρχε στον διοικητικό φάκελο και ότι η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για εξεύρεση νέου εργοδότη υπολογίστηκε αυθαίρετα. Επικαλέστηκε ότι η συμφωνία αποδέσμευσης υπογράφηκε από την εργοδότρια στις 9 Απριλίου 2025 αλλά από την ίδια την 1η Μαΐου 2025 και ότι η προθεσμία των 30 ημερών θα έπρεπε να υπολογιστεί από την ημερομηνία αποδοχής της συμφωνίας.
Το Εφετείο σημείωσε ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας, ο εργαζόμενος υποχρεούται εντός 30 ημερών από την υπογραφή της να βρει νέο εργοδότη, διαφορετικά οφείλει να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία. Ωστόσο, παρατηρήθηκε ότι η συμφωνία έφερε διαφορετικές ημερομηνίες υπογραφής από τα δύο μέρη, γεγονός που δημιουργούσε ζήτημα ως προς την ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας.
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η συμφωνία αποδέσμευσης δεν αποτελούσε μέρος του διοικητικού φακέλου, παρότι είχε ληφθεί υπόψη από τη διοίκηση για τον καθορισμό της ημερομηνίας κατά την οποία η παραμονή της εφεσείουσας θεωρήθηκε παράνομη. Εάν η προθεσμία των 30 ημερών υπολογιζόταν από την 1η Μαΐου 2025, όπως προέκυπτε από την υπογραφή της εργαζόμενης, τότε στις 16 Μαΐου 2025 ημερομηνία έκδοσης των διαταγμάτων ενδεχομένως να μην είχε ακόμη λήξει η προθεσμία για εξεύρεση νέου εργοδότη.
Το Εφετείο έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά δημιουργούν εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθότητα των πραγματικών διαπιστώσεων της διοίκησης και καθιστούν πιθανή ουσιώδη πλάνη λόγω ελλιπούς έρευνας.
Με βάση τα πιο πάνω, το δικαστήριο έκανε δεκτούς τους συναφείς λόγους έφεσης, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και ακύρωσε την απόρριψη της προσφυγής. Η έφεση έγινε δεκτή και επιδικάστηκαν υπέρ της εφεσείουσας έξοδα ύψους 2.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ.
Philenews
Βιάστηκαν να απελάσουν οικιακή βοηθό που έμεινε χωρίς δουλεία – Το αλαλούμ με τις ημερομηνίες που έφερε την ανατροπή στην υπόθεση