Νομίζω ότι κανείς πλέον δεν θυμάται τις τιμές που επικρατούσαν πριν το 2019. Πανδημία, πληθωρισμός, ενεργειακή κρίση, πόλεμοι, επιτόκια και γεωπολιτικές εντάσεις δημιούργησαν ένα νέο οικονομικό πλαίσιο, όπου όλα έχουν αυξηθεί. Δικαίως ή όχι είναι ένα ερώτημα που μάλλον δεν έχει ουσία να απαντηθεί, καθώς οι αυξήσεις είναι εκεί.
Η πρόσφατη ένταση γύρω από τη Βενεζουέλα, δεν αποτελεί εξαίρεση, με τις κινήσεις του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, να επαναφέρουν εύλογα τον φόβο ενός νέου γύρου ανατιμήσεων.
Η οικονομία των προσδοκιών
Το βασικό χαρακτηριστικό της μεταπανδημικής περιόδου είναι ότι οι αγορές δεν αντιδρούν μόνο σε πραγματικά γεγονότα, αλλά κυρίως σε αυτό που αναμένεται να συμβεί.
Η πιθανότητα αποσταθεροποίησης σε μια χώρα όπως η Βενεζουέλα, με τεράστια αποθέματα πετρελαίου, αρκεί για να ενσωματωθεί ένα «γεωπολιτικό premium» στις τιμές ενέργειας, ακόμη κι αν η πραγματική παραγωγή δεν επηρεαστεί άμεσα.
Το ίδιο μοτίβο είδαμε με την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ενεργειακή κρίση του 2022.
Πώς μεταφέρεται η ακρίβεια παντού λοιπόν;
Ας το δούμε με τον τομέα της ενέργειας, η οποία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κόστους. Όταν αυξάνονται οι τιμές στο πετρέλαιο ή στα καύσιμα, αυξάνεται το κόστος μεταφορών, παραγωγής και των logistics. Παράλληλα, η αβεβαιότητα ανεβάζει ασφάλιστρα, ναύλα και χρηματοοικονομικό ρίσκο. Όλα αυτά περνούν στις τελικές τιμές, συχνά χωρίς να είναι ορατά στον καταναλωτή ως ξεχωριστή χρέωση.
Οπότε γιατί αυξάνονται και τιμές που δεν επηρεάζονται άμεσα;
Ο πληθωρισμός από μόνος του σαν έννοια είναι κάτι παραπάνω από… ενοχλητικός. Ωστόσο, οι περισσότερες αυξήσεις που βλέπουμε σε προϊόντα και υπηρεσίες, δεν συνδέονται με την πραγματική αύξηση κόστους. Συνδέονται με τις προσδοκίες της νέας κρίσης, την ψυχολογία της αγοράς και το απλό γεγονός ότι «η αγορά το αντέχει».
Τα ακίνητα για παράδειγμα, όπως η αξία τους ή οι τιμές των ενοικίων, προφανώς δεν εξαρτώνται άμεσα από τη Βενεζουέλα ή το πετρέλαιο. Λειτουργούν ωστόσο, αυτό που με οικονομικούς όρους λέγεται ως «αποθήκες αξίας» σε περιόδους αβεβαιότητας. Όταν όλα ακριβαίνουν, τα ακίνητα ακολουθούν, όχι από ανάγκη, αλλά από συμπεριφορά.
Τι γίνεται με την Κύπρο
Εμείς εδώ, στο μικρό νησί μας έχουμε πολλές ιδιαιτερότητες στον τρόπο που λειτουργεί η οικονομία μας. Διαθέτουμε μια μικρή και ανοιχτή οικονομία, με τη χώρα να εισάγει σχεδόν το σύνολο της ενέργειας και των βασικών αγαθών της.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε διεθνής αναταραχή μεταφέρεται γρήγορα και συχνά δυσανάλογα στο εσωτερικό. Επιπλέον, οι αυξήσεις τιμών τείνουν να παγιώνονται, ακόμη και όταν οι αρχικοί λόγοι εκλείψουν.
Συνεπώς, αργά ή γρήγορα κάπως θα επηρεαστούμε και εμείς εδώ.
Γιατί δεν πέφτουν οι τιμές;
Εκεί όμως που το φαινόμενο γίνεται πραγματικά προβληματικό, είναι στο γιατί οι αυξήσεις σπάνια αντιστρέφονται.
Σε θεωρητικό επίπεδο, ο πληθωρισμός υποτίθεται ότι είναι συμμετρικός. Ανεβαίνει σε περιόδους κρίσης και αποκλιμακώνεται όταν οι πιέσεις υποχωρούν. Στην πράξη, αυτό δεν συμβαίνει. Και ο λόγος είναι απλός. Οι αγορές προσαρμόζονται προς τα πάνω, αλλά σπάνια προς τα κάτω.
Όταν μια επιχείρηση αυξήσει τιμές λόγω κρίσης, δημιουργεί ένα νέο σημείο αναφοράς. Αν ο καταναλωτής συνεχίσει να πληρώνει, η αύξηση παγιώνεται. Η επιστροφή σε χαμηλότερες τιμές δεν θεωρείται «εξομάλυνση», αλλά απώλεια εσόδων. Έτσι, ακόμη κι όταν το κόστος μειώνεται, η τιμή παραμένει.
Παράλληλα, οι κρίσεις λειτουργούν ως άλλοθι τιμολόγησης. Η πραγματική αιτία μιας αύξησης γίνεται λιγότερο σημαντική από το αφήγημα της αβεβαιότητας. Όταν «όλα ακριβαίνουν», κανείς δεν χρειάζεται να αποδείξει γιατί ακριβαίνει και το δικό του προϊόν ή υπηρεσία.
Το αποτέλεσμα είναι μια σιωπηρή αναδιανομή κόστους. Οι επιχειρήσεις προστατεύουν τα περιθώριά τους, το κράτος απορροφά μέρος των κραδασμών με επιδόματα, και ο καταναλωτής πληρώνει τη διαφορά στην καθημερινότητα.
Αβεβαιότητα στο μεγαλέιο της
Συνοψίζοντας, υπάρχει κάτι που δεν έχουμε κατανοήσει, για να είμαστε προετοιμασμένοι έστω σε κάποιο βαθμό. Από το 2019 μέχρι σήμερα, κάθε κρίση δεν προκαλεί απλώς ακρίβεια. Δημιουργεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Μια νέα γεωπολιτική ένταση δεν χρειάζεται να εξελιχθεί σε πλήρη σύγκρουση για να οδηγήσει σε αυξήσεις. Αλλά αρκεί για να ενισχύσει την αβεβαιότητα. Και όσο οι κοινωνίες συνηθίζουν τις αυξήσεις χωρίς αντίστροφη κίνηση, τόσο αυτές μετατρέπουν το «προσωρινό» στο «έτσι έχουν τα πράγματα».
Με άλλα λόγια, κρίσεις θα έρχονται πάντα και θα φεύγουν, και το κόστος τους θα το πληρώνουμε στην καθημερινότητα μας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αλλά όχι μόνο αυτό. Θα πληρώνουμε και τη συνήθεια της αγοράς να ανεβάζει τις τιμές, χωρίς να κατεβαίνουν με το πέρας των κρίσεων.
Γιατί «ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό» καταλήγει να ακριβαίνει τα πάντα εδώ;
Το άρθρο εξετάζει το φαινόμενο της συνεχούς αύξησης των τιμών, ακόμη και όταν οι αρχικές αιτίες (όπως η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή κρίση) υποχωρούν. Εξηγεί ότι οι αγορές αντιδρούν πλέον περισσότερο στις προσδοκίες για μελλοντικές κρίσεις παρά στα τρέχοντα γεγονότα, ενσωματώνοντας ένα "γεωπολιτικό premium" στις τιμές. Η αύξηση της ενέργειας λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κόστους, επηρεάζοντας τις μεταφορές, την παραγωγή και τα logistics. Επιπλέον, η ψυχολογία της αγοράς και η αντίληψη ότι "η αγορά το αντέχει" συμβάλλουν στην αύξηση των τιμών, ακόμη και σε τομείς που δεν συνδέονται άμεσα με τις διεθνείς αναταραχές, όπως τα ακίνητα. Στην περίπτωση της Κύπρου, η μικρή και ανοιχτή οικονομία της, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε αυτές τις διεθνείς διακυμάνσεις. Το άρθρο καταλήγει επισημαίνοντας ότι οι αυξήσεις των τιμών σπάνια αντιστρέφονται, καθώς ο πληθωρισμός δεν είναι συμμετρικός στην πράξη.
You Might Also Like
Έλενα Περικλέους: «Είναι μια θέση ευθύνης με ηθικό βάρος»
Δεκ 28
Απαγόρευση στα κοινωνικά δίκτυα για μαθητές; Ναι, αλλά ας μην πιστέψουμε ότι βρήκαμε το κουμπί
Δεκ 28
Όλα όσα δεν χωρούν σε έναν απολογισμό
Ιαν 1
Το 2026 και οι προκλήσεις μιας αβέβαιης εποχής - Νέα χρονιά με εκκρεμότητες, συσσωρευμένες πιέσεις και κρίσιμα διλήμματα
Ιαν 1
Ακριβότερα τα δερμάτινα – Δείτε γιατί
Ιαν 8