Σημαντικές διευκρινίσεις για τα δικαιώματα των καταναλωτών σε δάνεια με ρήτρες ξένου νομίσματος παρέχει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ιδίως ως προς την παραγραφή αξιώσεων επιστροφής ποσών που καταβλήθηκαν βάσει καταχρηστικών όρων.
Η υπόθεση αφορά δανειολήπτη στην Ουγγαρία, ο οποίος το 2008 συνήψε στεγαστικό δάνειο σε ελβετικά φράγκα, αποπληρωτέο σε φιορίνια, αναλαμβάνοντας πλήρως τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Μετά από αθέτηση πληρωμών, η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση το 2012 και κινήθηκε διαδικασία εκτέλεσης. Ο δανειολήπτης προσέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας να αναγνωριστεί η ακυρότητα της σύμβασης λόγω ελλιπούς ενημέρωσης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Ωστόσο, η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως παραγεγραμμένη, γεγονός που οδήγησε το δικαστήριο της Βουδαπέστης να ζητήσει διευκρινίσεις από το ΔΕΕ.
Το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι το δίκαιο της ΕΕ δεν επιτρέπει την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής από τη σύναψη της σύμβασης, όταν ο καταναλωτής δεν γνώριζε –ούτε μπορούσε να γνωρίζει– τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας. Μια τέτοια ερμηνεία, σημειώνει το Δικαστήριο, θα καθιστούσε υπερβολικά δύσκολη την άσκηση των δικαιωμάτων του καταναλωτή, ιδίως σε μακροχρόνιες συμβάσεις όπως τα στεγαστικά δάνεια, παραβιάζοντας την αρχή της αποτελεσματικότητας.
Παράλληλα, απορρίπτει την ιδέα ότι η παραγραφή μπορεί να συνδέεται με τη δημοσίευση αποφάσεων ανώτατων εθνικών δικαστηρίων ή του ίδιου του ΔΕΕ. Ο μέσος καταναλωτής δεν μπορεί να υποχρεούται να παρακολουθεί τη νομολογία για να διαπιστώσει αν μια ρήτρα είναι καταχρηστική.
Η απόφαση ενισχύει ουσιαστικά τη θέση των δανειοληπτών, διευκολύνοντας τη διεκδίκηση επιστροφών από καταχρηστικές ρήτρες, ακόμη και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ τα κράτη μέλη καλούνται να διασφαλίσουν ότι οι κανόνες παραγραφής δεν περιορίζουν στην πράξη την προστασία που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο στους καταναλωτές, ιδίως σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα όπως τα δάνεια σε ξένο νόμισμα.
ΔΕΕ: Δεν ξεκινά παραγραφή όταν ο καταναλωτής αγνοεί την καταχρηστική ρήτρα σε δάνειο με ρήτρα ξένου νομίσματος
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) εξέδωσε σημαντική απόφαση σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών σε δάνεια με ρήτρες ξένου νομίσματος, διευκρινίζοντας ότι η παραγραφή δεν ξεκινά όταν ο καταναλωτής δεν γνώριζε –ούτε μπορούσε να γνωρίζει– τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας. Η υπόθεση αφορούσε δανειολήπτη στην Ουγγαρία που είχε συνάψει δάνειο σε ελβετικά φράγκα, το οποίο καταγγέλθηκε από την τράπεζα λόγω αθέτησης πληρωμών. Το ΔΕΕ τόνισε ότι το δίκαιο της ΕΕ δεν επιτρέπει την έναρξη της παραγραφής από τη σύναψη της σύμβασης, εάν ο καταναλωτής δεν είχε γνώση του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας. Μια τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε υπερβολικά δύσκολη την άσκηση των δικαιωμάτων του καταναλωτή, ιδίως σε μακροχρόνιες συμβάσεις όπως τα στεγαστικά δάνεια. Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης την ιδέα ότι η παραγραφή μπορεί να συνδέεται με τη δημοσίευση αποφάσεων ανώτατων δικαστηρίων, καθώς ο μέσος καταναλωτής δεν μπορεί να υποχρεούται να παρακολουθεί τη νομολογία για να διαπιστώσει αν μια ρήτρα είναι καταχρηστική. Η απόφαση ενισχύει ουσιαστικά τη θέση των δανειοληπτών, διευκολύνοντας τη διεκδίκηση επιστροφών από καταχρηστικές ρήτρες, ακόμη και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα κράτη μέλη καλούνται να διασφαλίσουν ότι οι κανόνες παραγραφής δεν περιορίζουν στην πράξη την προστασία που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο στους καταναλωτές, ιδίως σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα όπως τα δάνεια σε ξένο νόμισμα.