Η Ένωση Συντακτών Κύπρου (ΕΣΚ) ζητά από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών άμεση και αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος της δημοσιογραφικής ταυτότητας, καταγγέλλοντας το Υπουργείο Εσωτερικών για «εμμονή» στην επιβολή του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών ως «αποκλειστικού κριτή» της δημοσιογραφικής ιδιότητας.
Η ΕΣΚ επισημαίνει ότι η απόφαση αυτή «δεν αποτελεί απλώς διοικητική αυθαιρεσία, αλλά ευθεία απειλή για την ελευθεροτυπία», καθώς παραγνωρίζει τη δημοσιογραφική ταυτότητα που εκδίδει η ίδια η Ένωση από το 1959 και αναγνωρίζεται διεθνώς.
Η Ένωση κατηγορεί την κυβέρνηση για χρήση ανενεργού νόμου του 1989, ο οποίος αγνοεί δημοσιογράφους τηλεόρασης, ραδιοφώνου και διαδικτύου, και παραπέμπει σε πρακτικές που συγκρούονται με ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως η Σύσταση 2016/4 του Συμβουλίου της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Πράξη για την Ελευθερία των Μέσων (EMFA).
Σύμφωνα με την ΕΣΚ, η προσπάθεια επιβολής «κρατικής πιστοποίησης» για την κάλυψη θεσμικών οργάνων της ΕΕ παραβιάζει τη νομοθεσία και θέτει σε κίνδυνο την αυτορρύθμιση του κλάδου. Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων έχει ήδη επισημάνει ότι η ενέργεια αυτή παραβιάζει τα ευρωπαϊκά νομικά πρότυπα και ενδέχεται να παραπεμφθεί στις ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές.
Η ΕΣΚ καλεί όλα τα πολιτικά κόμματα να στηρίξουν το αίτημα για διαφάνεια, νομιμότητα και σεβασμό στην ανεξαρτησία της δημοσιογραφικής οικογένειας.
Dialogos
Δημοσιογραφικές ταυτότητες: Η κυβέρνηση αγνοεί διεθνή πρότυπα και σύσταση του 2016 του Συμβουλίου της Ευρώπης
Η Ένωση Συντακτών Κύπρου (ΕΣΚ) καταγγέλλει το Υπουργείο Εσωτερικών για «εμμονή» στην επιβολή του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών ως αποκλειστικού κριτή για τη δημοσιογραφική ιδιότητα, χαρακτηρίζοντας την απόφαση απειλή για την ελευθεροτυπία. Η ΕΣΚ επισημαίνει ότι η ίδια εκδίδει δημοσιογραφικές ταυτότητες από το 1959, οι οποίες αναγνωρίζονται διεθνώς, και ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί έναν ανενεργό νόμο του 1989 που παραγνωρίζει τους δημοσιογράφους τηλεόρασης, ραδιοφώνου και διαδικτύου. Η ΕΣΚ καλεί την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών να εξετάσει άμεσα το ζήτημα, τονίζοντας ότι η προσπάθεια επιβολής «κρατικής πιστοποίησης» παραβιάζει ευρωπαϊκά πρότυπα και την αυτορρύθμιση του κλάδου.