Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε υπόθεση περιουσιακών διαφορών μεταξύ πρώην συζύγων, όχι λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του τεκμηρίου συνεισφοράς ή εσφαλμένης αποτίμησης της περιουσίας, αλλά εξαιτίας ενός πολύ σοβαρότερου ζητήματος δημόσιας τάξης: της εκτεταμένης και ρητώς ομολογημένης καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων από αμφότερους τους διαδίκους, επί σειρά ετών, μέσω αδήλωτων εισοδημάτων.
Πρωτοδίκως, το Οικογενειακό Δικαστήριο είχε διαπιστώσει αύξηση της περιουσίας του πρώην συζύγου κατά €240.366 και, εφαρμόζοντας το τεκμήριο του άρθρου 14(2) του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, επιδίκασε υπέρ της πρώην συζύγου το εν τρίτον της αύξησης, ήτοι €80.122. Παράλληλα, είχε απορρίψει την ανταπαίτηση του συζύγου, με την οποία διεκδικούσε μερίδιο από φερόμενη αύξηση της περιουσίας της συζύγου, κρίνοντας ότι αυτή δεν αποδείχθηκε.
Το Εφετείο, εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας, διαπίστωσε ότι τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση στηρίζονταν ουσιωδώς σε εισοδήματα που οι ίδιοι οι διάδικοι παραδέχθηκαν ότι δεν είχαν δηλωθεί ποτέ στον Φόρο Εισοδήματος ή στον Φ.Π.Α. Η μαρτυρία και των δύο ήταν, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, διαποτισμένη από αναφορές σε «μαύρα χρήματα», αδήλωτα έσοδα του συνεταιρισμού στον οποίο εργάζονταν, από τα οποία –κατά τις θέσεις τους– καλύπτονταν οικογενειακές ανάγκες, αγοράζονταν ακίνητα, εξοφλούνταν δάνεια και δημιουργήθηκαν τραπεζικές καταθέσεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε το Δικαστήριο στο γεγονός ότι η πρώην σύζυγος επανειλημμένα κατέθεσε πως τόσο οι αγορές περιουσίας όσο και η κοινή τραπεζική κατάθεση προέρχονταν από αδήλωτα έσοδα, ενώ και ο πρώην σύζυγος παραδέχθηκε ότι επί σειρά ετών δηλώνονταν χαμηλότερα εισοδήματα, με τη συνδρομή λογιστή, για αποφυγή φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων. Οι παραδοχές αυτές δεν ήταν υπαινικτικές ή έμμεσες, αλλά ρητές και ξεκάθαρες.
Ενδεικτική η ομολογία της γυναίκας:
«Α. Από πού να τα καλύψει;
Ε. Από τη δουλειά του.
Α. Από τα μαύρα του, εγώ έπαιρνα και κάλυπτα τα έξοδα του σπιτιού, το είχε εις γνώση του ο πατέρας μου.
Ε. Εννοείς ότι τα πλήρωνε ο Α., αλλά ήταν μαύρα;
Α. Ναι πήγε τα κάλυψε από μαύρα, το ήξερε ο πατέρας μου και το ήξερε και ο ίδιος, ήταν κοινός λογαριασμός και για τους τρεις. Μπορούσε να τραβήξω εγώ, ο πατέρας μου και ο Α.».
«Ε. Κυρία [.] στην αντεξέταση σου από τον κύριο Β. είπες ότι τα χρήματα τα οποία ανέφερες ήταν μαύρα, δεν ήταν δηλωμένα.
Α. Ναι.
Ε. Όταν λες δεν ήταν δηλωμένα, πού δεν ήταν δηλωμένα;
Α. Δεν τα δηλώνεις στον Φόρο Εισοδήματος και Φ.Π.Α.».
Η ομολογία του άντρα:
«Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι τα εισοδήματα σου που είχες από το 1984 μέχρι τη διάσταση με την κα Κ. είναι αυτά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 14, τι έχεις να πεις.
Α. Δεν είναι σωστά για το λόγο ότι ήμουν υπάλληλος και μου έδινε πιο λίγα και μετά γίναμε συνέταιροι, είχαμε συγγενή λογιστή και μου δήλωνε πιο λίγο για να μην πληρώνω Φόρο Εισοδήματος και κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν είναι αυτά τα πραγματικά εισοδήματα μου όμως.
Ε. Δηλαδή θέλεις να πεις ότι την περίοδο αυτή που προανάφερα είχες και άλλα εισοδήματα τα οποία δεν δήλωνες στις κοινωνικές ασφαλίσεις;
Α. Όχι εγώ, ο λογιστής του παπά της που ήταν συμπέθερος».
«Ε. Και τα έσοδα κύριε Α. τα δήλωνες στον Φόρο Εισοδήματος.
Α. Δεν είναι δηλωμένα; Έφερα χαρτιά από τον λογιστή μου.
Ε. Τα δήλωνες στον Φόρο Εισοδήματος;
Α. Πάνω από 300.000, έφερα χαρτιά.
Ε. Τα δήλωνες στον Φόρο Εισοδήματος τα εισοδήματα σου ή όχι;
Α. Όχι όλα. Εκείνα που είναι δηλωμένα είναι δηλωμένα, εκείνα που δεν ήταν δηλωμένα είναι για να κάνουν τις προσωπικές ζωές, να παν διακοπές, να παν ταξίδια, ήταν τα αδήλωτα, όχι όλα.
Ε. Δηλαδή οι δηλώσεις σου στο Φόρο Εισοδήματος τις έκανες εσύ που ήσουν αυτοεργοδοτούμενος.
Α. Τα έφερνε ο συγγενής του, ο λογιστής τους, βάζαμε μια υπογραφή και τα έπαιρνε και έφευγε».
Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα παρέλειψε να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα αυτεπάγγελτα, όπως επιβάλλει η πάγια νομολογία. Επικαλούμενο αποφάσεις όπως η Ορφανίδου ν. Ορφανίδη και η Ιωάννου κ.ά. ν. Μουσκάλλη κ.ά., επανέλαβε ότι η παραδοχή καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων άπτεται της δημόσιας πολιτικής και του δημοσίου συμφέροντος και ότι τα δικαστήρια οφείλουν να αρνούνται να παράσχουν έννομη προστασία όταν αυτή θα οδηγούσε σε έμμεση νομιμοποίηση ή ανταμοιβή παρανομίας.
Κατά την κρίση του Εφετείου, η χρήση τέτοιας μαρτυρίας θα ισοδυναμούσε με παροχή ασυλίας σε συμπεριφορές που υπονομεύουν το κράτος δικαίου και θα ενθάρρυνε την καταδολίευση των δημοσίων προσόδων, επιτρέποντας στους διαδίκους να επωφεληθούν από τις ίδιες τους τις παράνομες πράξεις. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είχε σημασία αν η πρωτόδικη αποτίμηση της περιουσίας ήταν αριθμητικά ορθή ή αν η εφαρμογή του τεκμηρίου του ενός τρίτου ήταν κατ’ αρχήν νομικά θεμιτή· το πρόβλημα βρισκόταν στη βάση ολόκληρης της υπόθεσης.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενεργήσει σύμφωνα με τη δεσμευτική νομολογία, όφειλε να απορρίψει και την απαίτηση και την ανταπαίτηση, λόγω έλλειψης νόμιμης μαρτυρίας που θα μπορούσε να στηρίξει οποιαδήποτε αξίωση. Την ίδια υποχρέωση είχε, όπως υπογράμμισε, και το ίδιο το Εφετείο.
Ως αποτέλεσμα, το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκδοθεί υπέρ της πρώην συζύγου, μαζί και τη διαταγή για τα έξοδα, διατήρησε την απόρριψη της ανταπαίτησης του πρώην συζύγου αλλά για διαφορετικούς λόγους από εκείνους που είχαν γίνει δεκτοί πρωτοδίκως, και διέταξε όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια διαδικασία.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η τελική οδηγία του Δικαστηρίου, με την οποία διατάσσεται η κοινοποίηση της απόφασης στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, προκειμένου να εξεταστεί αν συντρέχει λόγος για οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες. Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο σηματοδοτεί ότι η δικαστική ανοχή σε υποθέσεις όπου οι διάδικοι στηρίζουν τις αξιώσεις τους σε χρόνια φοροδιαφυγή έχει σαφή όρια, τα οποία απορρέουν απευθείας από την αρχή της δημόσιας τάξης και τον θεμελιώδη ρόλο της Δικαιοσύνης ως φύλακα της νομιμότητας.
Διαβάστε επίσης: Εκδίδεται στη Γαλλία η Κύπρια που συνελήφθη για απάτη 700 εκατ. στη Λεμεσό
Η αντιπαράθεση χωρισμένων στο δικαστήριο Λευκωσίας αποκάλυψε το «μαύρο» χρήμα
Το Εφετείο της Λευκωσίας ανέτρεψε πρωτόδικη απόφαση σε υπόθεση διαζυγίου, όχι λόγω νομικών σφαλμάτων στην εκτίμηση της περιουσίας, αλλά λόγω της ομολογημένης καταδολίευσης των δημοσίων εσόδων από αμφότερους τους πρώην συζύγους. Η υπόθεση αφορούσε την κατανομή της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, με το Οικογενειακό Δικαστήριο να έχει αρχικά επιδικάσει το ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του συζύγου στην σύζυγο. Ωστόσο, το Εφετείο διαπίστωσε ότι τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση των διαδίκων βασίζονταν σε αδήλωτα εισοδήματα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη οικογενειακών αναγκών και την αγορά περιουσίας. Οι ομολογίες των διαδίκων σχετικά με τα «μαύρα χρήματα» και την αποφυγή φορολογικών υποχρεώσεων ήταν καθοριστικές για την απόφαση του Εφετείου.
You Might Also Like
Από Λευκορωσία στην Κύπρο, με ‘αποστολή’ να προωθήσει το ποδόσφαιρο – Η εξομολόγηση ζωής της Κριστίνα Κοζέλ στο S&G
Δεκ 28
Μαχαίρωσε τον αδελφό του και ήθελε αποζημίωση για ρεπορτάζ τηλεοπτικού σταθμού επειδή θίχτηκε!
Δεκ 31
H Κύπρια σύζυγος του Ντέιβιντ Μπόουι, Άντζι: «Δεν με ένοιαζαν οι εραστές του Ντέιβιντ, εγώ ήμουν η βασίλισσα»
Ιαν 10
Φρίκη στη Λεμεσό: Κακοποιούσε σεξουαλικά 13χρονη στη βεράντα του σπιτιού της
Ιαν 13
Πρώην ζευγάρι ζητούσε από τη δικαιοσύνη δίκαιη μοιρασιά «μαύρων χρημάτων»!
Ιαν 15