Οι ουσιαστικές μεταβολές στο δικηγορικό επάγγελμα σπανίως ανακοινώνονται με τυμπανοκρουσίες. Δεν προκύπτουν απαραίτητα από θεαματικές θεσμικές ή νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, ούτε συνοδεύονται πάντοτε από δημόσιο διάλογο που τραβά τα φώτα της δημοσιότητας/έρχεται στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Αντιθέτως, συντελούνται συχνά αθόρυβα, μέσα από την καθημερινή πρακτική, τις επιλογές των πολιτών, τις ανάγκες των επιχειρήσεων και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά και η κοινωνία.
Τα τελευταία χρόνια στους δικηγορικούς κύκλους συζητείται έντονα ένα φαινόμενο που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί: η σταδιακή και ουσιαστική μείωση των υποθέσεων που οδηγούνται ενώπιον των δικαστηρίων. Παράλληλα, η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης στη νομική πρακτική εγείρει έναν ακόμη προβληματισμό ως προς την εξέλιξη και τον προσανατολισμό του επαγγέλματος. Εργαλεία που διευκολύνουν τη νομική έρευνα, την επεξεργασία εγγράφων, την ανάλυση δεδομένων και τη σύνταξη κειμένων αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητας, γεγονός που εύλογα γεννά το ερώτημα κατά πόσον βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής, όχι μόνο για το δικηγορικό επάγγελμα, αλλά και για τη λειτουργία της δικαιοσύνης εν γένει.
Ουδείς αμφισβητεί ότι, στην Κύπρο όπως και σε κάθε κράτος δικαίου, η προσφυγή ενώπιον της Δικαιοσύνης εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος. Παρά ταύτα, η χρονική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης, το οικονομικό κόστος και η ψυχολογική φθορά που συχνά συνοδεύουν μια μακρά δικαστική αντιδικία λειτουργούν αποτρεπτικά για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, έχουν διατυπωθεί προβληματισμοί και επικριτικές θέσεις που, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς τους, επηρεάζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και εντείνουν την αίσθηση αβεβαιότητας για το μέλλον.
Κατά την άποψή μου, οι εξελίξεις αυτές, εφόσον αξιοποιηθούν ορθά και οι λειτουργοί της δικαιοσύνης σταθούν με επαγγελματισμό και ευθύνη απέναντι σε αυτές, δεν προοιωνίζονται ούτε την εξαφάνιση των νομικών διαφορών ούτε την απαξίωση του δικηγορικού επαγγέλματος. Αντιθέτως, καταδεικνύουν μια ουσιαστική μεταβολή στη νοοτροπία: πολίτες και επιχειρήσεις αναζητούν πλέον λύσεις ταχύτερες, λιγότερο συγκρουσιακές και, κυρίως, αποτελεσματικές. Η έμφαση μετατοπίζεται από την αντιδικία στη στρατηγική πρόληψη και από τη σύγκρουση στη συνειδητή διαχείριση του κινδύνου.
Η τεχνολογία μεταβάλλει τον τρόπο εργασίας και αναμφίβολα τον καθιστά πιο αποδοτικό. Δεν μεταβάλλει, όμως, την ουσία της δικηγορίας. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν ασκεί δικηγορία. Δεν φέρει επαγγελματική ευθύνη. Δεν σταθμίζει πραγματικούς κινδύνους, ούτε καλείται να απαντήσει στον άνθρωπο ή στην επιχείρηση που βρίσκεται ενώπιον μιας κρίσιμης απόφασης. Η τελική κρίση, η επιλογή στρατηγικής και η ανάληψη ευθύνης παραμένουν, και οφείλουν να παραμείνουν, ανθρώπινες.
Άλλωστε, ο πολίτης που αναζητά νομική υποστήριξη δεν αναζητούσε ποτέ απλώς κάποιον που γνωρίζει νομοθεσίες και κανονισμούς. Αναζητούσε —και εξακολουθεί να αναζητά— την εμπειρία, την κριτική σκέψη, τη νομική εκτίμηση, την αξιολόγηση των κινδύνων, την ικανότητα κατανόησης της αγοράς και, κυρίως, κάποιον πρόθυμο να αναλάβει ευθύνη. Αυτά είναι στοιχεία που η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να υποκαταστήσει. Δεν μπορεί να παρασταθεί ενώπιον δικαστηρίου, ούτε να καθοδηγήσει ουσιαστικά μια διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών με ανθρώπινη κρίση και διαπραγματευτική ευελιξία.
Η πραγματικότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον, όπου οι υποθέσεις ενδεχομένως να είναι λιγότερες σε αριθμό, αλλά παραμένουν σύνθετες και συχνά φέρουν βαρύτερες νομικές και οικονομικές συνέπειες. Ίσως, μάλιστα, η μείωση του αριθμού των υποθέσεων να καταδεικνύει ότι πλέον προωθούνται ενώπιον των δικαστηρίων μόνο εκείνες οι διαφορές που είναι ουσιαστικές και απαιτούν εξειδίκευση, στρατηγική σκέψη και υψηλό επίπεδο νομικής καθοδήγησης. Ο ρόλος του δικηγόρου μετατοπίζεται από τη διαχείριση της αντιδικίας προς την πρόληψη, τη στρατηγική συμβουλή και τη συνειδητή καθοδήγηση.
Η μείωση των δικαστηριακών υποθέσεων και η τεχνολογική εξέλιξη δεν συνιστούν κρίση για το νομικό επάγγελμα. Αντίθετα, αντανακλούν μια διαδικασία ωρίμανσης. Πρόκειται για μια μετάβαση που απαιτεί περισσότερη ευθύνη, βαθύτερη εξειδίκευση και ουσιαστική στρατηγική σκέψη. Μια μετάβαση που μπορεί να οδηγήσει στον σαφέστερο καθορισμό των ορίων του επαγγέλματος, στην ανάδειξη νομικών λειτουργών με κρίση και επαγγελματική συνείδηση και, τελικά, στην αναβάθμιση του επιπέδου άσκησης της νομικής επιστήμης στην Κύπρο. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η ουσιαστικότερη προστασία των πολιτών και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης τους προς τη δικαιοσύνη.
Πραγματική πρόκληση της εποχής δεν είναι ούτε η άκριτη προσαρμογή στην τεχνολογία, ούτε η επιστροφή σε παρωχημένα μοντέλα άσκησης της Νομικής. Είναι η διατήρηση της ουσίας του επαγγέλματος: της ανεξάρτητης κρίσης, της επαγγελματικής ευθύνης και της σχέσης εμπιστοσύνης με τον άνθρωπο που αναζητά νομική καθοδήγηση σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής του.
Μαρία Χριστοφή – Δικηγόρος / Senior Associate
Τμήμα Δικαστηρίου, Γραφείο Λευκωσίας neo.law
Η Δικηγορία στη Νέα Εποχή: Τεχνολογία, Μείωση Υποθέσεων και Επαγγελματική Ευθύνη
Το δικηγορικό επάγγελμα βρίσκεται σε μια φάση μεταβολής, η οποία δεν συνοδεύεται από μεγάλες θεσμικές αλλαγές, αλλά από μια σταδιακή μείωση των υποθέσεων που καταλήγουν στα δικαστήρια και την εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης στην νομική πρακτική. Η τεχνολογία διευκολύνει τη νομική έρευνα και επεξεργασία, αλλά δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη κρίση και την επαγγελματική ευθύνη. Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αναζητούν πλέον ταχύτερες και λιγότερο συγκρουσιακές λύσεις, δίνοντας έμφαση στην πρόληψη και τη διαχείριση του κινδύνου. Η δικαιοσύνη παραμένει θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά η καθυστέρηση, το κόστος και η ψυχολογική φθορά αποθαρρύνουν την προσφυγή στα δικαστήρια. Η τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει την αποδοτικότητα, αλλά η τελική κρίση και η ανάληψη ευθύνης πρέπει να παραμείνουν ανθρώπινες.