Του
Τάσου Κωστέα
Λίγα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Λευκωσίας, κρυμμένη σε μια πλατιά κοιλάδα από χαμηλούς λόφους που αγναντεύουν τη Μεσαορία, βρίσκεται η Λουρουτζίνα. Το χωριό μοιάζει με ένα ήσυχο σταυροδρόμι γεωγραφίας, ιστορίας, πολιτισμού και γλώσσας.
Η ιστορία της Λουρουτζίνας χάνεται στα βάθη των αιώνων, με τις πρώτες αναφορές να χρονολογούνται στην περίοδο της Φραγκοκρατίας. Η επικρατέστερη ετυμολογική θεωρία συνδέει το όνομά της με τη λατινική λέξη ‘‘La Regina’’ (Η Βασίλισσα). Λέγεται πως η περιοχή ήταν φέουδο κάποιας ευγενούς ή πως η ίδια η ομορφιά του τοπίου προσέδωσε στο χωριό αυτόν τον τίτλο. Κατά την Ενετοκρατία, το χωριό εμφανίζεται σε χάρτες ως Luruzina, υποδηλώνοντας τη σημασία του ως αγροτικού και γεωγραφικού κέντρου.
Με την τουρκική εισβολή το χωριό βρέθηκε να περιβάλλεται από τρεις πλευρές. Από το 1974 έως το 2017, η Λουρουτζίνα ήταν κλειστή στρατιωτική ζώνη. Για να επισκεφθεί κάποιος το χωριό, έπρεπε να περάσει μέσα από το τουρκικό στρατόπεδο στην Τύμπου. Οι νέοι εγκατέλειψαν το χωριό για τη Λύση, τη Λευκωσία και την Αμμόχωστο, αναζητώντας εργασία και μια ζωή χωρίς τους περιορισμούς του στρατού.
Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση άλλαξε. Το 2017 κατασκευάστηκε ένας νέος δρόμος που παρακάμπτει τα στρατόπεδα, γεγονός που έδωσε μια μικρή «ανάσα» στην κοινότητα.
Η Λουρουτζίνα δεν ξεχωρίζει για το μέγεθός της, αλλά για το βάθος των αφηγήσεών της και τα μυστικά που έμειναν καλά κρυμμένα από τη συνεχιζόμενη απομόνωση. Η γεωφυσική «πολιορκία» της Λουρουτζίνας είναι ταυτόχρονα και πραγματική. Όλοι οι παλιοί δρόμοι που οδηγούσαν σε Λάρνακα, Λευκωσία, Αθηένου και Λύμπια είναι αποκομμένοι εκτός από έναν. Η Λουρουτζίνα ασφυκτιά από την κατοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι για να πάει κάποιος από τα Λύμπια στη Λουρουτζίνα με τα πόδια χρειάζεται κανονικά μόλις πέντε λεπτά –με το αυτοκίνητο, τουλάχιστον δύο ώρες!
Η διαδρομή προς τη Λουρουτζίνα από το οδόφραγμα του Περγάμου είναι καθηλωτική. Μετά τα χωριά Κοντέα, Λύση, Άσσια και Αφάνεια, ο δρόμος από την Τύμπου προς τα νότια είναι σχεδόν μια ευθεία γραμμή. Στη μισή απόσταση συναντούμε το Μαργκό έναν παλιό εβραϊκό οικισμό, του οποίο ο τελευταίος κάτοικος τάφηκε εκεί το 1971. Μετά την παλιά σιδερένια γέφυρα πάνω από τον Γιαλιά, διασχίζουμε το Πυρόι και αντικρίζουμε το Κάστρο, έναν χαρακτηριστικό κωνοειδή λόφο που δεσπόζει στο σταυροδρόμι με τον παλιό δρόμο Λευκωσίας–Λάρνακας. Ο κάμπος που ακολουθεί είναι μια πλατιά νεκρή ζώνη γεμάτη ζωή. Στο πιο στενό της σημείο η γραμμή αντιπαράταξης είναι λιγότερο από 500 μέτρα, όμως αυτό δεν εμποδίζει τις αγροτικές καλλιέργειες να απλώνονται από την Αθηένου στη Λουρουτζίνα μέχρι την Ποταμιά και το Δάλι. Κτηνοτροφία και γεωργία είναι οι τομείς που πάντοτε έδιναν ζωή στη Λουρουτζίνα. Φάρμες με αγελάδες και πολλά κοπάδια από πρόβατα και αίγιες συνυπάρχουν στη σχετικά φτωχή από νερό γη όπου αφθονούν στις καλοχρονιές, σιτηρά, ελιές, αμπέλια, χαρουπιές, πολλά όσπρια και μικροί κήποι.
Ο καφενές του Μουχτάρη, το εστιατόριο «Κοσέμπασι» του Ιμπραήμ και το μπακάλικο της Εμινέ, όπου πωλείται το καλύτερο σπιθκιάσιμο ψωμί της Μεσαορίας, είναι τα μοναδικά υποστατικά που λειτουργούν καθημερινά και εξυπηρετούν τους 200 περίπου κατοίκους. Το Σαββατοκύριακο, ωστόσο, λειτουργεί επίσης το καφενείο «Ανεφανή» του Σουλεϊμάν που υποδέχεται τους επισκέπτες στην τεράστια βεράντα του στην είσοδο του χωριού. Τα αποκόμματα από διάφορες εφημερίδες σε διάφορες γλώσσες και η σημαία της Ομόνοιας που ανεμίζει στην πρόσοψη, διευκολύνουν τον επισκέπτη να αρχίσει κουβέντα.
Οι Λουρουτζιάτες αγαπούν την καταγωγή τους
Μέχρι το 1958, η Λουρουτζίνα ήταν μεικτό χωρίο με την τελευταία απογραφή πληθυσμού το 1946 να καταγράφει 1.717 Τουρκοκυπρίους και 99 Ελληνοκύπριους κατοίκους. Η ζωή ήταν ειρηνική και άφησε ανεξίτηλες μνήμες και στις δύο κοινότητες. Αυτό κάνει τους Λουρουτζιάτες «τοπικιστές». Αγαπούν την καταγωγή τους και πρόθυμα την υιοθετούν στα επίθετά τους. Στο διαδίκτυο υπάρχουν αρκετές σελίδες όπου καταγράφονται ιστορίες, οι γενιές και τα τοπωνύμια.
Η δολοφονία του ιερέα Χαράλαμπου Μιχαηλίδη στις 24 Νοεμβρίου 1924 συντάραξε την Κύπρο και το ποίημα του Χαράλαμπου Μιχαήλ Άζινου για τον παπά της Λουρουτζίνας της πρόσδωσε μια διαφορετική άλλη φήμη. Η πιο φορτισμένη όμως σελίδα της σύγχρονης ιστορίας της γράφτηκε στα χρόνια της απομόνωσης, την περίοδο 1964–1967. Μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963–64, το χωριό, αμιγώς τουρκοκυπριακό, βρέθηκε απομονωμένο, ενταγμένο στο χάρτη των τουρκοκυπριακών θυλάκων. Σύμφωνα με τον κυανόκρανο Richard Patrick από τον Καναδά, ο οποίος έγραψε το μνημειώδες έργο «Πολιτική Γεωγραφία και η Κυπριακή Σύγκρουση, 1963-1971», από τα Χριστούγεννα του 1963 μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου 1964, μετακινήθηκαν στη Λουρουτζίνα οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι των γειτονικών χωριών Δάλι, Ποταμιά Νήσου, Άγιος Σωζόμενος, Πετροφάνι και Κόσιη. Ο πληθυσμός της ανήλθε, μέσα σε ενάμιση μήνα, στους 5.500 κατοίκους.
Οι κάτοικοι θυμούνται εκείνα τα χρόνια ως περίοδο σιωπηλής αντοχής. Παρά τις στερήσεις, η κοινότητα διατήρησε ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης. Οι μετακινήσεις ήταν περιορισμένες, η πρόσβαση σε τρόφιμα, η ιατρική περίθαλψη δύσκολη και η καθημερινότητα σημαδεμένη από ανασφάλεια. Τα σχολεία λειτουργούσαν όπως μπορούσαν, οι οικογένειες μοιράζονταν τα λιγοστά αγαθά και η ζωή συνεχιζόταν «χαμηλόφωνα», με στόχο την επιβίωση και την αξιοπρέπεια. Η Λουρουτζίνα έγινε σύμβολο της εμπειρίας των θυλάκων που καθοριζόταν από την καθολική υπόταξη στην ΤΜΤ και το σχεδόν πλήρες εμπάργκο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε αυτές τις συνθήκες η ζωή αποκτά στρεβλώσεις και ζει με μυστικά. Αρκετοί ήταν οι κάτοικοι που επέστρεψαν κρυφά στα χωριά τους, ειδικά στο Δάλι και στην Ποταμιά. Όσοι έμειναν προσπάθησαν να οργανώσουν μια εξέγερση, όπως οι κάτοικοι της Πιτταρκού στην Πάφο, οι οποίοι εγκατέλειψαν, το βράδυ της 10ης Νοεμβρίου 1964 το θύλακα της Αξύλου και επέστρεψαν στο χωριό τους. Η ΤΜΤ προσπάθησε να τους αναγκάσει να επιστρέψουν, αλλά οι κάτοικοι της Πιτταρκού αντιστάθηκαν.
Κάτι παρόμοιο φαίνεται ότι άρχισε να οργανώνεται στη Λουρουτζίνα με την καθοριστική εμπλοκή του Ντερβίς Αλί Καβάζογλου. Το σχέδιο όμως διέρρευσε, η ΤΜΤ και η τουρκική στρατιωτική διοίκηση θορυβήθηκαν και με μια ύπουλη ενέδρα δολοφόνησαν τους Καβάζογλου και Μισιαούλη στις 11 Απριλίου 1965 στον παλιό δρόμο Λευκωσίας–Λάρνακας, έξω από τη Λουρουτζίνα. Ο Νερβίς Αλί Καβάζογλου και ο Κώστας Μισιαούλης έγιναν μάρτυρες στο βωμό της κοινής συνύπαρξης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοί της μιλούσαν και πολλοί συνεχίζουν να μιλούν τη «ρωμαίικη κυπριακή διάλεκτο»
Σε εκείνα τα χρόνια αναδείχθηκε έντονα το γλωσσικό χαρακτηριστικό της Λουρουτζίνας: οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοί της μιλούσαν και πολλοί συνεχίζουν να μιλούν τη «ρωμαίικη κυπριακή διάλεκτο».
Αυτή η ιδιαιτερότητα είναι η συνέπεια διαδοχικών κατακτητών του νησιού, αιώνων συνύπαρξης και καθημερινής επαφής μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κοινοτήτων του νησιού. Ο κώδικας επικοινωνίας των ανθρώπων διαμορφώνεται ανάλογα με τις καθημερινές ανάγκες τους. Έτσι, τα ρωμαίικα ήταν η γλώσσα του εμπορίου, των αγροτικών συναλλαγών, ακόμη και της καθημερινής κουβέντας στο καφενείο. Πολλοί ηλικιωμένοι θυμούνται πως άλλαζαν γλώσσα χωρίς να το σκεφτούν, χρησιμοποιώντας λέξεις και εκφράσεις που ανήκαν και στις δύο παραδόσεις. Αυτή η διγλωσσία αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του χωριού, το οποίο, όπως και στην περίπτωση άλλων χωριών όπως της Γαληνόπορνης, έχει ευτυχώς συλλεγεί και τεκμηριωθεί από ερευνητές του Πανεπιστημίου Κύπρου ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά.
Σήμερα, το χωριό προσπαθεί να διατηρήσει την ταυτότητά του. Τα παλιά πετρόκτιστα σπίτια, τα στενά δρομάκια, η σκιά της εκκλησίας του Σταυρού των Λυμπιών και πολλά άλλα ίχνη της Ιστορίας συνθέτουν ένα σκηνικό μελαγχολικό, αλλά και γοητευτικό. Κάθε χρόνο διοργανώνονται στη Λουρουτζίνα δυο φεστιβάλ –τον Μάιο και τον Οκτώβριο, όπου Λουρουτζιάτες από όλο το νησί, αλλά και το εξωτερικό επισκέπτονται το χωριό για να τιμήσουν τις παραδόσεις τους.
Η Λουρουτζίνα είναι ένα χωριό-σύμβολο της πολυπλοκότητας της κυπριακής ιστορίας. Είναι ο τόπος όπου η θρησκεία, η γλώσσα και η πολιτική συγκρούστηκαν, δημιουργώντας μια μοναδική ταυτότητα που αντιστέκεται στο χρόνο. Η Λουρουτζίνα παραμένει ως υπενθύμιση ότι οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι ξεκάθαρες. Για τον ιστορικό μελετητή, η Λουρουτζίνα είναι ένα ζωντανό μουσείο της κυπριακής ιστορίας, της γλώσσας και των ανθρώπων της.
Αν, ως Κύπριοι, αναζητήσουμε κάποτε τρόπους να συμφιλιωθούμε με το παρελθόν, η Λουρουτζίνα θα είναι μια πολύτιμη παρακαταθήκη που περιμένει να μας διδάξει την καθημερινή ειρηνική συνύπαρξη ως ακρογωνιαίο λίθο.
Λουρουτζίνα – Ένα χωριό στη μεθόριο της Ιστορίας
Η Λουρουτζίνα είναι ένα χωριό στην Κύπρο, κοντά στη Λευκωσία, με πλούσια ιστορία που χρονολογείται από την Φραγκοκρατία και την Ενετοκρατία. Το όνομά του πιθανόν να προέρχεται από τη λατινική φράση «La Regina» (Η Βασίλισσα), λόγω της ομορφιάς της περιοχής. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το χωριό βρέθηκε σε μια περίπλοκη γεωγραφική και πολιτική κατάσταση, περιτριγυρισμένο από τουρκικές στρατιωτικές περιοχές και αποκομμένο από βασικές υποδομές. Για πολλά χρόνια, η πρόσβαση στη Λουρουτζίνα ήταν δυνατή μόνο μέσω του τουρκικού στρατοπέδου στην Τύμπου, με αποτέλεσμα την απομόνωση και την φυγή των νέων προς άλλες πόλεις. Το 2017, η κατασκευή ενός νέου δρόμου που παρακάμπτει τα στρατόπεδα έδωσε μια μικρή ανάσα στην κοινότητα, αλλά το χωριό παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποκομμένο. Η γεωγραφική απομόνωση της Λουρουτζίνας είναι έντονη, με τους περισσότερους δρόμους που οδηγούσαν σε γειτονικές πόλεις να είναι κλειστοί. Η καθημερινότητα των κατοίκων επηρεάζεται σημαντικά από αυτή την κατάσταση, καθώς η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες και η μετακίνηση είναι δύσκολες. Παρά τις δυσκολίες, η Λουρουτζίνα διατηρεί την αγροτική της ταυτότητα, με φάρμες και καλλιέργειες να αποτελούν σημαντικό μέρος της οικονομίας της. Το άρθρο περιγράφει την ατμόσφαιρα και την ιστορία του χωριού, καθώς και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι λόγω της διαίρεσης της Κύπρου. Αναφέρει επίσης τοπικά σημεία ενδιαφέροντος, όπως το Κάστρο και τον παλιό εβραϊκό οικισμό του Μαργκό, και τονίζει τη σημασία της γεωργίας και της κτηνοτροφίας για την επιβίωση της κοινότητας.
You Might Also Like
Όταν η μνήμη γίνεται φως στη σκηνή: Η Έλενα Χατζηαυξέντη για τα «Τελευταία Χριστούγεννα του Αυξεντίου»
Δεκ 15
Αλέξανδρος Αγγελόπουλος: Από πορτιέρης στη Συγγρού, βαρώνος της κοκαΐνης – Η σκοτεινή διαδρομή του «Έλληνα Εσκομπάρ»
Δεκ 16
Εύκολοι «φίλοι», βολικοί «εχθροί»
Δεκ 21
Τα Χριστούγεννα που πνίγηκαν στο σκοτάδι και βάφτηκαν στο αίμα
Δεκ 22
Συνιδρυτής και Πρόεδρος της Palm Holdings Ltd: Palm Holdings & Το νέο πρόσωπο των πολύτιμων μέταλλων
Δεκ 22