Την βδομάδα που μας πέρασε (09-12/03/2026) πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όπως ήταν αναμενόμενο στην ατζέντα υπήρχαν θέματα με ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι ευρωβουλευτές μεταξύ άλλων ασχολήθηκαν με το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο συντονισμού των οικονομικών πολιτικών: προτεραιότητες όσον αφορά την απασχόληση και κοινωνικές προτεραιότητες για το 2026 καθώς και με τις Μισθολογικές και συνταξιοδοτικές διαφορές μεταξύ των φύλων στην ΕΕ. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συζήτηση και ψηφοφορία που αφορούσε την Στεγαστική κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο την πρόταση λύσεων για αξιοπρεπή, βιώσιμη και οικονομικά προσιτή στέγαση. Τέλος πολύ σημαντική ήταν η συζήτηση και η ψηφοφορία σχετικά με την Στρατηγική διεύρυνσης ΕΕ.
Προτεραιότητες όσον αφορά την απασχόληση και κοινωνικές προτεραιότητες που να απευθύνονται σοτυς εργαζομένους και όχι στα μέτρα της εργοδοσίας.
Η έκθεση που παρουσιάστηκε και τέθηκε σε ψηφοφορία στην ολομέλεια παρουσίαζε αρκετές ομοιότητες με προγενέστερές της. Τα ευχολόγια για τους εργαζόμενους αφθονούν ενώ η ουσία βρίσκεται στην πλευρά της εργοδοσίας.
Δεν μπορούμε να μην χαρακτηρίσουμε ότι αναφέρονται τα ψηλά ποσοστά ανεργία σε νέους, γυναίκες, μετανάστες, άτομα με αναπηρία και στις μειονότητες. Επίσης το ότι η εργασία δεν εγγυάται ο εργαζόμενος δεν θα βιώσει φτώχια (8.2%) καθώς και ότι υπάρχουν σημαντικά κενά στην κοινωνική προστασία, χαμηλά εισοδήματα και περιορισμένη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως υγεία, στέγαση και εκπαίδευση. Αναφέρεται επίσης ότι μεταξύ των κρατών μελών υπάρχουν μεγάλες ανισότητες.
Ως βασικές προτεραιότητες τίθενται η διατήρηση υψηλών ποσοστών απασχόλησης με ταυτόχρονη ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων και του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων. Σημαντική είναι η θέση για μείωση φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού και για ποιοτικές θέσης εργασίας με εργασιακά δικαιώματα, αύξηση μισθών και των δεξιοτήτων των εργαζομένων. Σημαντική είναι και η αναφορά για αύξηση της κάλυψης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συβάσεων.
Αυτό όμως που θέτει τα πιο πάνω ως απλά ευχολόγια είναι ότι δυστυχώς όλα αυτά γίνονται εντός του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, με ότι αυτό συνεπάγεται (πχ. δημοσιονομική πειθαρχία). Επίσης κεντρικός στρατηγικός στόχος παραμένει η ανταγωνιστικότητα και η παραγωγικότητα της ενιαίας αγοράς.Γίνεται αναφορά σε προώθηση ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε την αναφορές στον στόχο της ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανθεκτικότητα που αναλογιζόμενοι τις συνθήκες σήμερα δεν μπορούμε να μην θεωρήσουμε ότι αυτό έχει άμεση σύνδεση με την οικονομία πολέμου.
Επομένως παρόλο που σε επίπεδο αναφορών υπάρχουν θετικά σημεία που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε εντούτοις η ουσία βρίσκεται στην αταλάντευτη προσήλωση στα ευρωπαϊκή εξάμηνα, την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα. Αυτό δεν αφήνει καμία αυταπάτη για την έκθεση. Σε τελική ανάλυση θα εφαρμοστούν τα προστάγματα του κεφαλαίου για την αύξηση της κερδοφορίας του αφού αυτό εξυπηρετεί την ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα την ΕΕ.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης η Manon Aubry, εκ μέρους της Ομάδας Της Αριστερής επανέλαβε την θέση της ομάδας φορολόγηση των πλουσίων. Συνέχισε «Το λέω αυτό επειδή, σαφώς, αυτές οι λέξεις είναι ταμπού εδώ. … . Κάθε φορά, κοιτάτε προς την ίδια κατεύθυνση. Μειώνεται τις δαπάνες για τις συντάξεις, τις δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη, αλλά ποτέ δεν κοιτάτε τα έσοδα, ποτέ να μην φορολογούμε τους υπερπλούσιους, ποτέ να μην φορολογούμε τις πολυεθνικές. Ποτέ δεν προτείνετε να πάτε εκεί που βρίσκονται στην πραγματικότητα τα χρήματα.». Επισήμανε επίσης ότι «τελικά ανοίξετε την πόρτα για λίγη δημοσιονομική ευελιξία, αυτή ισχύει μόνο για τις στρατιωτικές δαπάνες. Ως συνήθως, το μότο σας είναι: χρήματα για τανκς, ναι, αλλά όχι για νοσοκομεία.»
Με την σειρά του ο Ευρωβουλευτής της ομάδας Marc Botenga (The Left) ανέφερε το παράδειγμα της χώρας του λέγοντας «Στο Βέλγιο, σήμερα, τη στιγμή που μιλάμε, η κυβέρνηση ενορχηστρώνει μια ληστεία συντάξεων. Και είναι μπροστά σε αυτές τις πολιτικές που, σε όλη την Ευρώπη, και ιδιαίτερα αυτή την εβδομάδα στο Βέλγιο, εργαζόμενοι και συνδικάτα ξεσηκώνονται, απεργούν και αντιστέκονται. Και έχουν δίκιο.» και πρόσθεσε ότι «ακούω συναδέλφους να λένε: «Ναι, αλλά δεν πρέπει να ξοδεύουμε πάρα πολλά. Υπάρχει λιτότητα, υπάρχει δημοσιονομική πειθαρχία, άλλωστε». Αλλά τι βλέπουμε; Ότι οι στρατιωτικές δαπάνες εξαιρούνται από τους ευρωπαϊκούς κανόνες! Με άλλα λόγια, έχουμε φτάσει σε μια παράλογη κατάσταση όπου, όταν επενδύεις σε υγειονομική περίθαλψη, νοσοκομεία ή συντάξεις, η Ευρώπη μπορεί να έρθει και να σε ενοχλήσει, αλλά όταν ξοδεύεις αυτά τα χρήματα σε όπλα, είναι εντάξει, κανένα πρόβλημα.»
Και κλείνοντας υπογράμμισε «Ας φορολογήσουμε τους πλούσιους αντί να παίρνουμε αυτά τα χρήματα από τις τσέπες των εργαζομένων.»
Μισθολογικές και συνταξιοδοτικές διαφορές μεταξύ των φύλων στην ΕΕ
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε πρόσφατα ψήφισμα σχετικά με το μισθολογικό και συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ γυναικών και ανδρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα ζήτημα που εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για την ισότητα στην αγορά εργασίας. Η έκθεση εξετάστηκε στο πλαίσιο κοινής διαδικασίας των επιτροπών Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (EMPL) και Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (FEMM).
Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές ανισότητες στην αγορά εργασίας. Οι διαφορές στους μισθούς οδηγούν συχνά και σε χαμηλότερες συντάξεις, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο οικονομικής ανασφάλειας και φτώχειας για πολλές ηλικιωμένες γυναίκες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην υποτίμηση επαγγελμάτων στα οποία απασχολούνται κυρίως γυναίκες, όπως στους τομείς της φροντίδας, της εκπαίδευσης και των κοινωνικών υπηρεσιών. Παρά τη σημασία αυτών των επαγγελμάτων για την κοινωνία, συχνά παραμένουν χαμηλά αμειβόμενα και με δυσκολότερες συνθήκες εργασίας.
Η έκθεση καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για τη μείωση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ γυναικών και ανδρών, την αντιμετώπιση του συνταξιοδοτικού χάσματος και την ανάπτυξη συστημάτων αξιολόγησης της εργασίας που να είναι ουδέτερα ως προς το φύλο. Παράλληλα, προτείνει τη δικαιότερη αμοιβή σε επαγγέλματα όπου κυριαρχούν γυναίκες, τη βελτίωση της πρόσβασης σε υπηρεσίες φροντίδας ώστε να διευκολύνεται η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, καθώς και καλύτερη συλλογή δεδομένων για την παρακολούθηση των ανισοτήτων. Το κείμενο αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη βελτίωσης των μισθών και των συνθηκών εργασίας στους τομείς της φροντίδας, της υγείας και της εκπαίδευσης, ενώ υπογραμμίζει τη σημασία της συλλογικής διαπραγμάτευσης ως εργαλείου για την προώθηση της ισότητας στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η ενίσχυση αυτών των τομέων θα πρέπει να συνοδεύεται από επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές και δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Κατά τη συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η ομάδα της Αριστεράς τόνισε ότι οι μισθολογικές ανισότητες εξακολουθούν να αποτελούν πραγματικότητα σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η αντιμετώπισή τους απαιτεί συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, όπως η ενίσχυση της διαφάνειας στους μισθούς και η αναγνώριση της αξίας επαγγελμάτων που παραδοσιακά απασχολούν περισσότερες γυναίκες. Χαρακτηριστικά, εκπροσωπώντας την Ομάδα της Αριστεράς, η Li Andersson ανέφερε: «Από την ιστορία γνωρίζουμε ότι καμία πρόοδος προς την ισότητα δεν θα είχε επιτευχθεί αν οι γυναίκες δεν τολμούσαν να οργανωθούν, να διεκδικήσουν αλλαγές, να επιμείνουν ακόμη και απέναντι σε αντιδράσεις και να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους».
Το τελικό κείμενο του ψηφίσματος εγκρίθηκε από την Ολομέλεια με 458 ψήφους υπέρ, 72 κατά και 98 αποχές. Σημειώνεται επίσης ότι στο πλαίσιο επιμέρους ψηφοφορίας υπήρξε ξεχωριστή αναφορά σε φράση που αφορούσε την «πρόσβαση σε δωρεάν, ασφαλή και νόμιμη άμβλωση», όπου ο ευρωβουλευτής του ΕΛΑΜ ψήφισε κατά της συμπερίληψης της συγκεκριμένης αναφοράς, ενώ στο σύνολο του κειμένου τήρησε αποχή.
Χαμένη ευκαιρία για δίκαιη, κοινωνική, στεγαστική πολιτική.
Στις 10 Μαρτίου η ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου ψήφισε την έκθεση της ειδικής επιτροπής για τη στεγαστική κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στις τοποθετήσεις τους οι Ευρωβουλευτές της ομάδας της Ευρωπαϊκής Ενωτική Αριστεράς υπογράμμισαν πως η έκθεση αποτελεί, μεν, ένα βήμα αναγνώρισης της κοινωνικής διάστασης της στεγαστικής κρίσης, αλλά μονάχα σε θεωρητικό επίπεδο. Ενώ η έκθεση περιέχει αναφορές στην προστασία των ενοικιαστών, στην κοινωνική στέγαση και στις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις, τα στοιχεία αυτά δεν τοποθετούνται στο επίκεντρο της λύσης, έχουν περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και σε μεγάλο βαθμό είναι μη δεσμευτικά. Αντίθετα, το κείμενο δίνει προτεραιότητα στα εργαλεία της αγοράς.
Επί της ουσίας η έκθεση παρουσιάζει την στεγαστική κρίση, κυρίως, ως ένα διαρθρωτικό πρόβλημα έλλειψης της προσφοράς, το οποίο επιδεινώνεται από κανονιστικά και διοικητικά βάρη, με αποτέλεσμα να αποθαρρύνονται οι ιδιωτικές επενδύσεις. Το κύριο επιχείρημα που προβάλλεται στο κείμενο είναι ότι η αύξηση της δραστηριότητας της κατασκευαστικής βιομηχανίας θα αποκαταστήσεί την προσιτή τιμή και θα αντιμετωπίσει τη στεγαστική κρίση.
Η έμφαση που δίνεται στην απλούστευση των διαδικασιών και στην προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, παρουσιάζει την κρίση ως μια πρόκληση της κατασκευαστικής βιομηχανίας, αγνοώντας πως ακόμη και εάν αυξηθεί η προσφορά, εάν δεν ληφθούν κοινωνικά μέτρα για να αντιμετωπιστούν οι ανισότητες στην πρόσβαση και να διασφαλιστεί η στέγη ως κοινωνικό αγαθό και ανθρώπινο δικαίωμα, σε καμία περίπτωση δεν θα αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση.
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός πως στην έκθεση δεν υπάρχει καθόλου αναφορά στις ευθύνες των κρατών μελών που δεν εφαρμόζουν μια ολιστική κοινωνική, στεγαστική πολιτική, ούτε στις ευθύνες της ΕΕ και τραπεζών, στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές πολιτικές της Ένωσης, οι οποίες οξύνουν τις ανισότητες, οδηγούν τους λαούς στη φτωχοποίηση και επιδεινώνουν τη στεγαστική κρίση.
Το βασικό πρόβλημα είναι πως η έκθεση δεν αγγίζει τον πυρήνα της κρίσης αφού δεν προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για να πάψει η εμπορευματοποίηση της στέγασης, η κερδοσκοπία στη γη, η συσσώρευση περιουσιών σε λίγους επενδυτές και η απουσία δημόσιων επενδύσεων σε κοινωνικές κατοικίες. Επίσης, η έκθεση δεν περιλαμβάνει σαφή χρονοδιαγράμματα ούτε δεσμευτικούς στόχους κοινωνικής στέγασης, κάτι που απαιτείται για την αλλαγή των δομών που συντηρούν τις υψηλές τιμές και οδηγούν στον αποκλεισμό των ανθρώπων από το δικαίωμα στη στέγη.
Τουναντίον, η έκθεση προτείνει στήριξη των ιδιωτικών επενδύσεων και φορολογικές διευκολύνσεις συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης ενός εξαιρετικά μειωμένου συντελεστή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας για την κατασκευή κατοικιών. Ωστόσο, αυτά τα κίνητρα δεν συνδέονται με δεσμευτικές εγγυήσεις για προσιτές τιμές, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο οι δημόσιες επιδοτήσεις να ωφελήσουν, εκ νέου, μονάχα τους ιδιώτες χωρίς να εξασφαλίζουν χαμηλότερα ενοίκια.
Έτσι, εν τέλει, η έκθεση αντί να αποτελεί απάντηση στη στεγαστική κρίση, επί της ουσίας νομιμοποιεί τη διαχείριση της στέγης σαν επενδυτικό προϊόν και αξιοποιεί την κρίση προς όφελος των επενδυτών.
Το ΑΚΕΛ με τη στήριξη της ομάδας της Ευρωπαικής Ενωτικής Αριστεράς κατέθεσε τρείς σημαντικές τροπολογίες ζητώντας
1. Τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι τα εθνικά δικαστήρια θα εξετάζουν, αυτεπαγγέλτως, τον καταχρηστικό χαρακτήρα των συμβατικών όρων και ότι η εκποίηση θα αναστέλλεται, μέχρι να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, σύμφωνα με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ.
2. Σε περίπτωση εκποίησης ή πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας, το υπόλοιπο της οφειλής που συνδέεται με το ακίνητο θα διαγράφεται.
3. Επιβολή ενός δίκαιου ετήσιου φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας 1% σε περιουσίες άνω των €2.000.000, με στόχο τη χρηματοδότηση μιας κοινωνικά δίκαιης στεγαστικής πολιτικής.
Ωστόσο, οι δεξιές και συντηρητικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου καταψήφισαν τις τροπολογίες ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια προστασίας των δικαιωμάτων των δανειοληπτών και διασφάλισης ισότιμης πρόσβασης στη στέγη ως κοινωνικό αγαθό.
Η ομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς καταψήφισε την έκθεση της ειδικής επιτροπής για τη Στέγαση, καταγγέλλοντας πως προσεγγίζει τη στέγη ως εμπόρευμα αντί να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για προστασία του ανθρώπινου δικαιώματος στη στέγη, ως κοινωνικό αγαθό.
Ωστόσο η έκθεση υπερψηφίστηκε από τις πολιτικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου, ΕΛΚ, Σοσιαλδημοκράτες, Συντηρητικούς και Φιλελεύθερους, οι οποίοι λειτούργησαν ως σωματοφύλακες των τραπεζών και των εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων.
Εν τέλει η έκθεση υιοθετήθηκε με 367 ψήφους υπέρ, 166 εναντίον και 84 αποχές.
Στρατηγική διέυρυνσης ΕΕ
Η έκθεση ιδίας πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη στρατηγική διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθετήθηκε στην ολομέλεια με 385 ψήφους υπέρ, 147 κατά και 98 αποχές. Ως ΑΚΕΛ καταψηφίσαμε την έκθεση, καθώς θεωρούμε ότι πίσω από τη ρητορική περί δημοκρατίας και αξιών προωθείται μια επικίνδυνη μετατόπιση της πολιτικής διεύρυνσης της ΕΕ προς μια κατεύθυνση που εξυπηρετεί πρωτίστως γεωπολιτικές και στρατιωτικές σκοπιμότητες. Την ίδια ώρα προωθείται η φίμωση των μικρών κρατών αφού προωθείται η αντικατάσταση της ομοφωνίας στο Συμβούλιο με την ενισχυμένη πλειοψηφία για τα ενδιάμεσα στάδια της ενταξιακής διαδικασίας μιας χώρας, γεγονός που επηρεάζει και άμεσα την Κύπρο λόγω του γεγονότος ότι η Τουρκία είναι χώρα υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ.
Ιστορικό
Υπενθυμίζουμε ότι η παρούσα έκθεση ιδίας πρωτοβουλίας αξιολογεί τη διαδικασία διεύρυνσης της ΕΕ βάσει του άρθρου 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), των κριτηρίων της Κοπεγχάγης και της τρέχουσας στρατηγικής διεύρυνσης της ΕΕ. Εκφράζει δηλαδή την άποψη του Ευρωκοινοβουλίου για την στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί όσο αφορά τις χώρες που θέλουν να ενταχθούν στην ΕΕ.
Η διαδικασία διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίζεται στα λεγόμενα κριτήρια της Κοπεγχάγης, τα οποία καθορίστηκαν το 1993 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και ορίζουν τις πολιτικές, οικονομικές και νομικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι υποψήφιες χώρες. Η διαδικασία ένταξης αρχίζει επίσημα όταν μια χώρα υποβάλει αίτηση στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αξιολογήσει την αίτηση. Εφόσον δοθεί θετική γνωμοδότηση, η χώρα αποκτά καθεστώς υποψήφιας χώρας και ξεκινούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις, οι οποίες καλύπτουν 35 θεματικά κεφάλαια που αφορούν το δίκαιο και τις πολιτικές της ΕΕ.
Στις αρχές του 2026, εννέα χώρες αναγνωρίζονται ως υποψήφιες για ένταξη στην ΕΕ — η Αλβανία, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η Γεωργία, η Μολδαβία, το Μαυροβούνιο, η Βόρεια Μακεδονία, η Σερβία, η Τουρκία και η Ουκρανία — ενώ το Κόσοβο θεωρείται δυνητική υποψήφια χώρα. Ωστόσο, η πρόοδος δεν είναι ίδια για όλες: ορισμένες χώρες, όπως το Μαυροβούνιο και η Αλβανία, θεωρούνται πιο προχωρημένες στη διαδικασία, ενώ άλλες, όπως η Σερβία, η Γεωργία και η Τουρκία, βρίσκονται ουσιαστικά σε στασιμότητα. Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, η διεύρυνση της ΕΕ παρουσιάζεται ολοένα και περισσότερο ως γεωπολιτική επένδυση για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια και στρατηγική σταθερότητα της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα έκθεση αξιολογεί τη σημερινή στρατηγική διεύρυνσης της ΕΕ, τη μεθοδολογία που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και προτείνει πολιτικές για την προώθηση της διαδικασίας διεύρυνσης.
Περιεχόμενο της έκθεσης
Η έκθεση επαναλαμβάνει ορισμένες αρχές που θεωρητικά αποτελούν τον πυρήνα της διαδικασίας διεύρυνσης, όπως ο σεβασμός των αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και η ανάγκη προόδου στο κράτος δικαίου, στη δημοκρατία, στα θεμελιώδη δικαιώματα και στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης. Αυτές οι αναφορές, αν και σημαντικές σε επίπεδο διακηρύξεων, δεν αρκούν για να καλύψουν τις σοβαρές πολιτικές επιλογές που διαπερνούν το συνολικό πνεύμα της έκθεσης.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η σαφής μετατόπιση της διεύρυνσης από μια διαδικασία βασισμένη σε αντικειμενικά κριτήρια σε ένα εργαλείο γεωπολιτικής στρατηγικής. Η έκθεση παρουσιάζει τη διεύρυνση ως «στρατηγική απάντηση στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα» και ως επένδυση για την ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνδέοντάς την άμεσα με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Με αυτόν τον τρόπο, η ένταξη νέων κρατών παύει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως διαδικασία πολιτικής και κοινωνικής σύγκλισης και μετατρέπεται σε εργαλείο ενίσχυσης της γεωπολιτικής επιρροής της ΕΕ.
Παράλληλα, ενώ η έκθεση δηλώνει ότι η διαδικασία διεύρυνσης πρέπει να παραμείνει αυστηρά βασισμένη στην πρόοδο κάθε χώρας και να μην υπάρξουν «συντομεύσεις», το συνολικό της πνεύμα δείχνει ότι ορισμένες χώρες προωθούνται με ταχύτερους ρυθμούς για γεωπολιτικούς λόγους. Οι επανειλημμένες αναφορές στην Ουκρανία και τη Μολδαβία δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο θα τηρηθούν στην πράξη τα ίδια κριτήρια για όλες τις υποψήφιες χώρες.
Η προσέγγιση αυτή οδηγεί επίσης σε μια επικίνδυνη στρατιωτικοποίηση της πολιτικής διεύρυνσης. Η έκθεση υπογραμμίζει τον ρόλο των υποψήφιων χωρών στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και άμυνα, προωθώντας τη συμμετοχή τους σε αμυντικά προγράμματα της ΕΕ και σε πρωτοβουλίες που συνδέονται με την παροχή εγγυήσεων ασφάλειας προς την Ουκρανία. Παράλληλα, ενθαρρύνει τη βαθύτερη ευθυγράμμιση των υποψήφιων χωρών με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της υιοθέτησης κυρώσεων και άλλων περιοριστικών μέτρων.
Για εμάς, αυτή η λογική είναι προβληματική. Η διεύρυνση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό πολιτικής και στρατιωτικής ευθυγράμμισης, ούτε να χρησιμοποιείται ως εργαλείο αντιπαράθεσης σε διεθνείς γεωπολιτικές συγκρούσεις. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην πραγματική πρόοδο των χωρών ως προς τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, και όχι στη γεωστρατηγική τους χρησιμότητα.
Κατάργηση της ομοφωνίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
Εξίσου ανησυχητικές είναι οι αναφορές της έκθεσης σε θεσμικές αλλαγές που θα συνοδεύσουν μελλοντικούς γύρους διεύρυνσης. Συγκεκριμένα, προωθείται η “θέσπιση ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία σε τομείς που σχετίζονται με τη διαδικασία προσχώρησης, καταργώντας, ειδικότερα, την απαίτηση ομοφωνίας στα ενδιάμεσα στάδια της διαδικασίας διεύρυνσης κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το άνοιγμα και το κλείσιμο επιμέρους διαπραγματευτικών ομάδων και κεφαλαίων” γεγονός που παραπέμπει σε διαδικασίες εξπρές, μειώνοντας τον έλεγχο που μπορούν να ασκούν τα κράτη μέλη στη διαδικασία αυτή. Η αναφορά αυτή υπερψηφίστηκε με μόλις 1 ψήφο ενώ καταψήφισαν όλοι οι Κύπριοι ευρωβουλευτές.
Το πιο πάνω σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ήδη προωθείται η εφαρμογή της της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής όπως η επιβολή κυρώσεων αλλά και άσκησης οικονομικής πολιτικής όπως η υιοθέτηση του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ) εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους. Η κατεύθυνση αυτή ανοίγει τον δρόμο για μια Ευρωπαϊκή Ένωση δύο ταχυτήτων, όπου οι μεγάλες και ισχυρές χώρες θα καθορίζουν τις πολιτικές επιλογές, ενώ οι μικρότερες θα καλούνται απλώς να ακολουθούν τις αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς τη δική τους συναίνεση.
Η αναφορά ότι “πρέπει να εξεταστούν θεσμικές μεταρρυθμίσεις σχετικά με το λειτουργικό μέγεθος και την αποτελεσματική λειτουργία βασικών θεσμικών οργάνων της ΕΕ, οι οποίες θα περιλαμβάνουν τη σύνθεση της Επιτροπής, το μέγεθος του Κοινοβουλίου και το σύστημα των εκ περιτροπής προεδριών του Συμβουλίου” καταψηφίστηκε με 328 ψήφους κατά και 268 υπέρ, με όλους τους Κύπριους ευρωβουλευτές να καταψηφίζουν και πάλι.
Το ΑΚΕΛ καταψηφίζει την έκθεση
Για όλους αυτούς τους λόγους, ο ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ, Γιώργος Γεωργίου καταψήφισε την έκθεση. Θεωρούμε ότι η πολιτική διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να παραμείνει μια διαδικασία βασισμένη σε αρχές και στα αντικειμενικά κριτήρια της Κοπεγχάγης και όχι ένα εργαλείο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης ή θεσμικής αναδιάρθρωσης που υποβαθμίζει τον ρόλο των κρατών μελών.
Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διεύρυνσής της είναι ιδιαίτερα σημαντική. Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος των δημοκρατικών αρχών, της ισότιμης συμμετοχής των κρατών και της πραγματικής σύγκλισης των κοινωνιών.
Η τελική έκθεση υπερψηφίστηκε με 385 ψήφους με κύριους υποστηρικτές το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, τους Σοσιαλιστές, τους Φιλελεύθερους και τους Πρασίνους, ενώ θετικά ψήφισε και ο ευρωβουλευτής του ΔΗΚΟ Κώστας Μαυρίδης. Αποχή τήρησε ο ευρωβουλευτής του ΔΗΣΥ Μιχάλης Χατζηπαντέλα ενώ καταψήφισαν Φειδίας Παναγιώτου και Γεάδης Γεάδη.
Νέα από το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο Μαρτίου 2026 – Προτεραιότητες όσον αφορά την απασχόληση και κοινωνικές προτεραιότητες
Στην πρόσφατη ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (09-12/03/2026) συζητήθηκαν θέματα όπως το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ των φύλων, η στεγαστική κρίση και η στρατηγική διεύρυνσης της ΕΕ. Οι ευρωβουλευτές επικεντρώθηκαν στις προτεραιότητες απασχόλησης και κοινωνικής πολιτικής, αλλά η έκθεση που παρουσιάστηκε θεωρείται ότι δίνει έμφαση στην εργοδοσία και την ανταγωνιστικότητα, παρά στους εργαζομένους. Επισημάνθηκαν τα υψηλά ποσοστά ανεργίας σε ευάλωτες ομάδες, η φτώχεια που συνδέεται με την εργασία και οι ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών. Οι προτεινόμενες προτεραιότητες περιλαμβάνουν την ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων, τη μείωση της φτώχειας και την προώθηση ποιοτικών θέσεων εργασίας, ωστόσο, η εφαρμογή τους υπόκειται στους περιορισμούς του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η έκθεση, παρά τις θετικές αναφορές, θεωρείται ότι παραμένει προσανατολισμένη στην αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου.