Mέρος Β΄:«Βοήθεια, σκούλουκος, σκούλουκος!»
Εμείς, τα πρώτα παιδιά της Κυπριακής Δημοκρατίας, τις μόνες ξένες γλώσσες που ακούγαμε στο νησί ήταν τα Εγγλέζικα και τα Τούρκικα που μιλούσαν οι Τουρκοκύπριοι. Όταν ο φίλος του πατέρα, Στέλιος Σπανός, ήρθε στην Κύπρο με την Πολωνέζα αρραβωνιαστικιά του, εφηύραμε τη δική μας γλώσσα, εμπνευσμένη από τα Πολωνέζικα. Μιλούσαμε «Καζινέλωπο ώστε να μην μας καταλαβαίνουν οι μεγάλοι όταν λέγαμε τα δικά μας. Απλά αντιστρέφαμε τις συλλαβές, «ο-θείς» ήταν ο θείος Αρτέμης, ο μόνος από τους μεγάλους που συμμετείχε με την ψυχή του στο παιχνίδι των ξένων γλωσσών, φωνάζοντας την αδελφή μου Νάτια, «Α-τι-νά», τον Τά-κη, «Κη-τά» και ούτω καθ’ εξής. Γελούσαμε, κάναμε φάρσες τηλεφωνικές, παίζαμε και χαιρόμασταν, όπως ταίριαζε στην ηλικία μας και ο θείος έσπαγε κι αυτός πλάκα μαζί μας.
Μας άφηνε εκ περιτροπής να καθόμαστε απάνω του ενώ οδηγούσε, κρατώντας και γυρίζοντας με τη σειρά το τιμόνι και έχοντας την ψευδαίσθηση πως στα αλήθεια εμείς οδηγούσαμε. Το μόνο μέτρο ασφαλείας που παίρναμε αφού ούτε ζώνες, ούτε αερόσακοι υπήρχαν στα αυτοκίνητα, ήταν ένας σταυρός, μια Παναγίτσα και ένα μικροσκοπικό μπουκαλάκι από αγίασμα που κρέμονταν από το καθρεφτάκι του γαλαζογκρί Ελέφαντα.
Και ο Ελέφαντας διέσχιζε την πόλη, το νησί και τον χρόνο. Μας έπαιρνε περιπάτους χαράς, εκδρομές, κυριακάτικα μπάνια στο Lady’ s Mile ή Απλώστρα, όπου απλώναμε ομπρέλες, πετσέτες, πτυσσόμενες καρέκλες και καρπούζια που δροσίζονταν στο νερό της θάλασσας. Άλλες φορές είχε τον ρόλο του ασθενοφόρου, για πρώτες βοήθειες ή για έκτακτα ιατρικά περιστατικά στην οικογένεια. Ο Ελέφαντας μας έπαιρνε Λευκωσία για να ξεπροβοδίσουμε ή να παραλάβουμε τους γονείς από το αεροδρόμιο.
Θυμάμαι σταθμευμένο το αυτοκίνητο κάτω από την κληματαριά στο πέρασμα του σπιτιού τους όπου έπαιρνε τον ρόλο κουκλόσπιτου αφού παίζαμε μέσα με τα ξαδέλφια. Μα όταν πηγαίναμε τις Σήκωσες για να μας κάνει σούβλα τότε το στάθμευε στον δρόμο. Όπως εκείνη την Κυριακή της Τυρινής. Ήμουνα στην πρώτη τάξη του δημοτικού, ντυμένη χανουμάκι. Ο Τάκης, ο Λάκης και η Νάτια ήταν καουμπόηδες με καπέλο και πιστόλι στη ζώνη, απ’ αυτούς που σκοτώνουν τους κακούς τους Ινδιάνους.
Την ώρα που γύριζε η σούβλα και οι γυναίκες έπιναν τον καφέ τους τυλίγοντας τα κουπέπια, ένα τεράστιο σκουλήκι έπεσε από την κληματαριά και η μάμμα που είχε σκουληκοφοβία άρχισε να τρέχει πάνω-κάτω φωνάζοντας «Βοήθεια, σκούλουκος, σκούλουκος». Αφού επανήλθε η τάξη στην ομήγυρη και κόπασαν τα γέλια των παιδιών, ο θείος άναψε το ραδιόφωνο, να βάλει καμιά μουσική για να αποφορτίσει την τεταμένη ατμόσφαιρα από την πτώση του σκούλουκου. Αντί αποκριάτικη μουσική όμως και καντάδες, ακούστηκε «πένθιμη», όπως ονομάζαμε την κλασσική μουσική η οποία έτσι έμελλε να καταγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο των πλείστων κατοίκων του νησιού. Μεταδιδόταν από το μοναδικό ραδιοφωνικό κανάλι όταν πέθαινε κάποιος ηγέτης, ακουγόταν επίσης κατά την Αγία Εβδομάδα ή τις μέρες του πραξικοπήματος και αυτές της τουρκικής εισβολής που ακολούθησαν. Πένθιμη μουσική για μια εβδομάδα και μετά τον θάνατο και του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Έτσι και την 8η Μαρτίου του 1970 που ανήγγειλαν μια έκτακτη είδηση «Έπεσε το ελικόπτερο στο οποίο μετέβαινε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος που κατευθυνόταν προς τον Μαχαιρά για το μνημόσυνο του Γρηγόρη Αυξεντίου». Ο Αρχιεπίσκοπος βγήκε σώος και αβλαβής και έτρεξε προς τον δρόμο για να ζητήσει βοήθεια ώστε να μεταφέρουν τον σοβαρά τραυματισμένο χειριστή του ελικοπτέρου στο νοσοκομείο. Περνούσε από εκεί ένα φορτηγάκι με μασκαρεμένους το οποίο και σταμάτησε ενώ ο Μακάριος προσπαθούσε να πείσει τους επιβαίνοντες πως ήταν πράγματι ο Αρχιεπίσκοπος και όχι κάποιος που απλά μεταμφιέστηκε ως Μακάριος, σύμφωνα με μαρτυρίες που διέρρευσαν αργότερα.
Οι καουμπόηδες έβγαλαν τα όπλα τους για να κυνηγήσουν τους κακούς που επιχείρησαν να σκοτώσουν τον Μακάριο, ο οποίος ήταν για τον θείο Αρτέμη και την οικογένεια όχι μόνον ο απόλυτος ηγέτης, αλλά και ο θεός μας. Τη φωτογραφία του την είχαμε στο σπίτι μας, όπως άλλοι είχαν εικόνες αγίων.
Ο θείος Αρτέμης δεν είναι πια ανάμεσα μας ούτε οι γονείς μου για να επιβεβαιώσουν αν όσα ξεπηδούν από τη μνήμη μου είναι όντως ιστορικά ντοκουμέντα ή τερτίπια της φαντασίας και της αδυναμίας που έχω προς τον μαγικό ρεαλισμό. Δεν θυμάμαι με βεβαιότητα αν μετά το τραπέζι της Τυρινής έλαβε χώρα όπως κάθε χρονιά η αποκριάτικη παρέλαση ή αν ήταν εκείνη τη φορά που καταλήξαμε στον καθιερωμένο αποκριάτικο χορό του Ριάλτο απ’ όπου και η φωτογραφία. Στο μυαλό μου ως βέρα Λεμεσιανή ανακατεύονται εικόνες από δεκάδες αποκριάτικα τραπέζια, χορούς, παρελάσεις, κανταδόρους. Άπειρα τα κοστούμια που φόρεσα, οι ρόλοι και τα προσωπεία που οικειοποιήθηκα και που πίστεψα με την παιδική μου φαντασία. Πότε Ινδιάνα να με λένε «γαλάζιος καπνός», πότε ινδή μαχαρανή, «πότε Βούδας, πότε Κούδας».
[email protected]
Στην εποχή του γαλάζιου ελέφαντα
Το δεύτερο μέρος του άρθρου αναφέρεται σε παιδικές αναμνήσεις στην Κύπρο της δεκαετίας του '50 και του '60. Ο συγγραφέας περιγράφει πώς η οικογένειά του, μαζί με φίλους, δημιουργούσε μια δική τους γλώσσα εμπνευσμένη από τα Πολωνέζικα, για να επικοινωνούν κρυφά. Οι αναμνήσεις επικεντρώνονται σε παιχνίδια, εκδρομές με το αυτοκίνητο "Ελέφαντας" και την ατμόσφαιρα της εποχής, όπου η κλασική μουσική συνδέονταν με θλιβερές περιστάσεις. Η αφήγηση περιλαμβάνει μια σκηνή με ένα σκουλήκι που προκαλεί πανικό στην μητέρα του συγγραφέα, και μια αναφορά στην Αγία Εβδομάδα, το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.
You Might Also Like
Πολιτισμικός μαρασμός της Ευρώπης και εθνική αλλοτρίωση
Δεκ 29
Το Νήμα και το Νόημα
Ιαν 4
Στην εποχή του γαλάζιου ελέφαντα
Ιαν 10
Μια τέχνη που έθρεψε γενιές - Ο Ονησίφορος Νεοφύτου μιλάει για την καλαθοπλεκτική της Μεσόγης
Ιαν 11
«Τον χτυπούσε με γροθιές, κλωτσιές παντού»: Οι καταθέσεις των φίλων του 17χρονου που ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου στις Σέρρες
Ιαν 14