Η πρόσφατη συνέντευξη του ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου στον δημοσιογράφο Γιάννη Καρεκλά άφησε μια αρνητική εντύπωση, όχι τόσο λόγω της πολιτικής απουσίας των όσων ειπώθηκαν, αλλά κυρίως εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο διεξήχθη ο διάλογος. Σε μια περίοδο που ο δημόσιος λόγος δοκιμάζεται από έντονη πόλωση και επιφανειακές προσεγγίσεις, θα ανέμενε κανείς από έμπειρους δημοσιογράφους να λειτουργούν ως αντίβαρο, ενισχύοντας τη νηφαλιότητα και την ουσία και συμβάλλοντας στην ποιοτική αναβάθμιση του διαλόγου. Αντ’ αυτού, η στάση του κ. Καρεκλά κινήθηκε σε μία κατεύθυνση που παρέπεμπε περισσότερο σε μια έντονη και χωρίς περιεχόμενο αντιπαράθεση παρά σε μια ουσιαστική συνέντευξη. Παρακολουθώντας τη συζήτηση, κατέστη γρήγορα σαφές ότι το ζήτημα δεν εντοπιζόταν στην απειρία του ευρωβουλευτή, αλλά στην υπέρμετρα επιθετική προσέγγιση ενός δημοσιογραφικού κατεστημένου που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.
Θέλω να είμαι σαφής. Διαφωνώ σχεδόν σε κάθε πτυχή με τον κ. Φειδία Παναγιώτου. Αυτή η στήλη άλλωστε του έχει ασκήσει έντονη κριτική στο παρελθόν. Τον θεωρώ ως έναν νέο εντελώς απολιτίκ, χωρίς πολιτική παιδεία, με απόψεις απλοϊκές και συχνά λαϊκίστικες, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην πολυπλοκότητα των ζητημάτων που καλείται να διαχειριστεί ένας ευρωβουλευτής και πλέον ένας αρχηγός κόμματος.
Ωστόσο, η διαφωνία αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελεί άλλοθι για έναν δημοσιογράφο, ώστε να επιδεικνύει αναίδεια ή αλαζονεία απέναντι στον συνομιλητή του. Ο ρόλος του δημοσιογράφου δεν είναι να κερδίσει τη συζήτηση, ούτε να επιβληθεί στον συνεντευξιαζόμενο. Δουλειά του δημοσιογράφου είναι να θέσει δύσκολες και ουσιαστικές ερωτήσεις και να πιέσει εκεί και όπου χρειάζεται, αλλά πάντοτε με σεβασμό και επαγγελματισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Γιάννης Καρεκλάς επέλεξε να προσεγγίσει τον καλεσμένο του όχι με διάθεση να εκμαιεύσει ουσιαστικές απαντήσεις, αλλά με πρόθεση να τον «κοντύνει» ηθικά και πνευματικά. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της συζήτησης, η στάση του κ. Καρεκλά διακατεχόταν από έναν έκδηλο διδακτισμό και μια υπεροψία που θύμιζε περισσότερο αυστηρό ύφος λυκειάρχη περασμένων δεκαετιών παρά δημοσιογράφο που αναζητά την αλήθεια. Υπήρξαν στιγμές όπου ο κ. Καρεκλάς διέκοπτε συνεχώς τον συνομιλητή του, υιοθετούσε ειρωνικό τόνο και αντιμετώπιζε τον Φειδία Παναγιώτου, επιδεικνύοντας αφενός μεν ηλικιακό ρατσισμό και αφετέρου δε μια φανερή διάθεση απαξίωσης.
Το βασικό σφάλμα του κ. Καρεκλά ήταν η πεποίθηση πως η δημοσιογραφική του δεινότητα, του επιτρέπει να προσβάλλει τον συνομιλητή του. Αντί να χρησιμοποιήσει την εμπειρία του για να αναδείξει τις πολιτικές αδυναμίες και την ιδεολογική ασάφεια του ευρωβουλευτή μέσα από έναν δομημένο διάλογο, εγκλωβίστηκε σε μια προσπάθεια γελοιοποίησής του. Αυτή η τακτική όμως λειτούργησε ως μπούμερανγκ. Διότι όταν ένας δημοσιογράφος επιτίθεται με τόσο προσωπικό τρόπο, το κοινό τείνει να ταυτίζεται με τον «αμυνόμενο», ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί με τις απόψεις του.
Επιπλέον, ο Γιάννης Καρεκλάς φάνηκε να αγνοεί το γεγονός ότι ο Φειδίας Παναγιώτου δεν είναι ένας παραδοσιακός πολιτικός που θα λυγίσει κάτω από το βάρος των τηλεοπτικών προβολέων. Η επιμονή του δημοσιογράφου σε έναν ξύλινο λόγο και σε ερωτήσεις που στόχευαν αποκλειστικά στο να αναδείξουν την άγνοια του καλεσμένου του, φανέρωσε την αδυναμία της παλιάς σχολής να συνομιλήσει με τη γλώσσα του σήμερα. Η δημοσιογραφία οφείλει να ελέγχει την εξουσία, αλλά όταν ο έλεγχος μετατρέπεται σε μπούλινγκ χάνει την αξιοπιστία της και το ηθικό της πλεονέκτημα.
Η ένταση και η επιθετικότητα μπορεί να δημιουργούν τηλεοπτικό ενδιαφέρον, αλλά σπάνια οδηγούν σε ουσιαστική κατανόηση. Αντί να φωτιστούν οι θέσεις του κ. Παναγιώτου και να τεθούν σε κριτική βάσανο με σαφή και δομημένο τρόπο, η συζήτηση εκτροχιάστηκε σε μια προσωπική επίθεση. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθεί η ευκαιρία για μια πραγματικά διαφωτιστική συνέντευξη, από την οποία οι πολίτες θα μπορούσαν να βγάλουν χρήσιμα συμπεράσματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά και στο καταληκτικό σχόλιο του κ. Καρεκλά, το οποίο ήρθε να επισφραγίσει την ήδη προβληματική εικόνα της συνέντευξης. Αντί για μια νηφάλια σύνοψη ή μια ουδέτερη κατακλείδα, επέλεξε έναν τόνο που παρέπεμπε περισσότερο σε αποτίμηση με προσωπικές αιχμές, παρά σε δημοσιογραφική αποφόρτιση της συζήτησης. Η αποφώνηση αυτή δεν λειτούργησε εξισορροπητικά, όπως θα ανέμενε κανείς, αλλά ενίσχυσε ακόμη πιο πολύ την εντύπωση μεροληψίας και αρνητικής προδιάθεσης απέναντι στον καλεσμένο, υπονομεύοντας περαιτέρω την αξιοπιστία της διαδικασίας.
Η δημοσιογραφία οφείλει να είναι αυστηρή, αλλά όχι προσβλητική. Διεισδυτική, αλλά όχι υπεροπτική. Όταν ο δημοσιογράφος αφήνει την προσωπική του στάση να υπερισχύει της επαγγελματικής του αποστολής, τότε το κοινό δεν κερδίζει τίποτα. Αντιθέτως, ενισχύεται η καχυποψία απέναντι στα μέσα ενημέρωσης και διευρύνεται το χάσμα μεταξύ πολιτών και δημόσιου λόγου.
Σε τελική ανάλυση, η συνέντευξη αυτή θα έλεγε κανείς ότι εξέθεσε περισσότερο τον ερωτώντα παρά τον ερωτώμενο. Διότι αν ο στόχος ήταν να αποδομηθεί ο Φειδίας Παναγιώτου, το αποτέλεσμα ήταν το ακριβώς αντίθετο, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη ότι πρόκειται για μια περίπτωση που στο παρελθόν πολλές φορές έχει δείξει ότι μπορεί να αποδομηθεί και από μόνη της, χωρίς ιδιαίτερη δημοσιογραφική πίεση. Ο ευρωβουλευτής, με την άγνοια κινδύνου που συνοδεύει το νεαρό της ηλικίας του, φάνηκε πιο ψύχραιμος απέναντι σε μια δημοσιογραφία που έδειχνε δογματική και εγκλωβισμένη στο παρελθόν της. Συνοψίζοντας, τολμώ να πω ότι η στάση του Γιάννη Καρεκλά αποτελεί ένα μάθημα προς αποφυγή για το πως πρέπει να ασκείται η δημοσιογραφία σε μια εποχή μετάβασης.
Philenews
Όταν η δημοσιογραφία χάνει την ουσία και το μέτρο
Η πρόσφατη συνέντευξη του ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου στον δημοσιογράφο Γιάννη Καρεκλά προκάλεσε κριτική λόγω του επιθετικού και αντιπαραθετικού ύφους του δημοσιογράφου. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι να θέτει ουσιαστικές ερωτήσεις με σεβασμό και επαγγελματισμό, και όχι να επιδιώκει να «κοντύνει» τον συνομιλητή του. Παρόλο που ο αρθρογράφος διαφωνεί με τις πολιτικές απόψεις του κ. Παναγιώτου, θεωρεί ότι η επιθετική προσέγγιση του κ. Καρεκλά ήταν αδικαιολόγητη και υπονομεύει την ποιότητα του δημοσιογραφικού διαλόγου. Η κριτική εστιάζει στην έλλειψη νηφαλιότητας και στην τάση για επιφανειακές προσεγγίσεις στον δημόσιο λόγο, και στην ανάγκη για δημοσιογραφική δεοντολογία και ουσιαστική συζήτηση.