Γράφει η Σταυρούλα Μιχαήλ*
Στα εγκαίνια της πρόσφατης έκθεσης στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας (NiMAC), «Fluid Persistence», σε επιμέλεια της Έλενας Στυλιανού, ένας πραγματικά μεγάλος αριθμός κόσμου είχε συγκεντρωθεί τόσο μέσα στον χώρο της έκθεσης όσο και έξω, συνωστισμένος μέχρι και το πεζοδρόμιο. Καθώς ασχολούμαι ερευνητικά με την ιστορία του νερού στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια και παρακολουθώ τη δουλειά όσων κινούνται σε παρόμοια πεδία προβληματισμού, δεν υπήρχε περίπτωση να απουσιάζω. Ανάμεσα στα πολλά αξιόλογα έργα της έκθεσης, ένα ήταν κυριολεκτικά ζωντανό: ο PASHIAS, που για ακόμη μία φορά εκθέτει ταυτόχρονα το έργο του και το σώμα του, δύο έννοιες που ως εικαστικός και καλλιτέχνης της περφόρμανς συστηματικά συνταυτίζει.
Στο πλαίσιο αυτό, το «5‑star» και η συνοδευτική εγκατάσταση του PASHIAS κινούνται ανάμεσα στη ζωντανή επιτέλεση διαρκείας και στη γλυπτική εγκατάσταση, με επίκεντρο το ανθρώπινο σώμα, το ύφασμα και τον χώρο. Το έργο συνεχίζει τη μακρόχρονη έρευνα του καλλιτέχνη γύρω από το νερό, τη μνήμη και την εμπειρία, αυτή τη φορά μέσα από μια λιτή, αλλά έντονα φορτισμένη εικαστική γλώσσα, όπου το σώμα λειτουργεί ταυτόχρονα ως δοχείο, ως τοπίο και ως φορέας κοινωνικών και οικολογικών εντάσεων.
Η δουλειά αυτή συνομιλεί άμεσα με προηγούμενα έργα του καλλιτέχνη, όπως την περφόρμανς «KUZA» [Κέιμπριτζ, 2024] και την ατομική του έκθεση «Oops! I broke the sun» [Αθήνα, 2025], όπου το αγγείο λειτουργούσε ως κεντρικό μοτίβο και ως εννοιολογικό σημείο εκκίνησης: ένα δοχείο μεταφοράς, προστασίας και έγχυσης νερού, που μεταφορικά φιλοξενούσε αξίες, ιδέες, εμπειρίες και συλλογικές μνήμες. Στο «5‑star», το αγγείο δεν απουσιάζει· μετασχηματίζεται. Αντικαθίσταται από το ίδιο το ανθρώπινο σώμα, το οποίο καλείται να αναλάβει τον ρόλο του δοχείου. Η θέση του χεριού, σε στάση που παραπέμπει σε χερούλι, δεν λειτουργεί απλώς ως μορφολογική λεπτομέρεια, αλλά ως κρίσιμη χειρονομία: το σώμα γίνεται εργαλείο μεταφοράς, συγκράτησης και έκθεσης, φορέας νοήματος και ευθύνης.
Η ζωντανή επιτέλεση βασίζεται στην ακινησία και στη μεγάλη χρονική διάρκεια [120 λεπτά], παράγοντας ένταση ανάμεσα στην ηρεμία και την αψυχότητα. Το σώμα είναι παρών και ζωντανό, αλλά ακίνητο, μετατοπίζοντας την προσοχή από τη θεατρικότητα στην αντοχή, τη σιωπηλή παρουσία και τη σχέση του θεατή με τον χρόνο και την εικόνα.
Κεντρικό ρόλο στο έργο κατέχουν οι πετσέτες, ένα καθημερινό αντικείμενο φορτισμένο εδώ με πολιτισμικούς, οικονομικούς και πολιτικούς συνειρμούς. Παραπέμπουν τόσο στη ζωή, την αναψυχή και τα «all‑inclusive» τουριστικά περιβάλλοντα της Κύπρου, όσο και στην απώλεια και την περιθωριοποίηση, απογυμνώνοντας το αφήγημα της ευμάρειας από κάθε ψευδαίσθηση ουδετερότητας.
Οι διαφορετικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στις πέντε πετσέτες και το σώμα -κάλυψη, απόκρυψη, πνιγμός, φυλάκιση- υπογραμμίζουν την αστάθεια της ταυτότητας και της κοινωνικής θέσης. Καθοριστικό ρόλο σε αυτές τις αναγνώσεις παίζει και το χρώμα, το οποίο λειτουργεί ως συμπυκνωμένο λεξιλόγιο τοπίου και σώματος: το πράσινο παραπέμπει στο γρασίδι και στο καλλιεργημένο έδαφος, το κίτρινο στον ήλιο, στην άμμο και στη ζώνη αναψυχής, ενώ το βαθύ φούξια τοποθετημένο στον λαιμό, σηματοδοτεί την ανθρώπινη υπόσταση στο κατώφλι ζωτικότητας και θανάτου. Το μπλε εμφανίζεται διπλά, ως νερό και ως θαλάσσιο τοπίο - «seascape», συμπυκνώνοντας μια ακόμη διττότητα: τη ζωή, τη ροή και την επιβίωση, αλλά και την απώλεια, τον κίνδυνο και την εξάντληση. Το ύφασμα δεν είναι ουδέτερο· αποκτά βάρος, όγκο και δύναμη, ικανό να προστατεύει, αλλά και να καταπιέζει. Μέσα από αυτή τη διττότητα, το έργο σχολιάζει κοινωνικές δομές, όπου η φροντίδα και η βία συνυπάρχουν, καλυμμένες από επιφάνειες κανονικότητας.
Η γλυπτική διάσταση του έργου εντείνει αυτές τις αναγνώσεις, αλλά απαιτεί και μια πιο ακριβή διάκριση ανάμεσα στις διαφορετικές αναφορές που ενεργοποιούνται στο έργο του PASHIAS διαχρονικά. Το σώμα ως τοπίο -και μάλιστα ως καθαρά κυπριακό τοπίο- γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο «Mountaintop» [Λευκωσία, 2018], όπου ο καλλιτέχνης είχε καλύψει το σώμα του με συνθετικό γρασίδι, κάθεται στο πάτωμα, μετατρέποντας το σώμα σε επιφάνεια που συγχωνεύεται με το έδαφος. Εκεί, το σώμα δεν αναπαριστά το τοπίο· γίνεται το ίδιο τόπος, μια συμπυκνωμένη εκδοχή του κυπριακού περιβάλλοντος, όπως αυτό διαπραγματεύεται στη μοντέρνα και σύγχρονη εικαστική δημιουργία.
Αντίθετα, στο «Herostat» σε συνεργασία με τον εικαστικό BBB Johannes Deimling [Αθήνα, 2014], οι πτυχώσεις, το ύφασμα και η έντονη οριζοντιότητα ενεργοποιούν μια διαφορετική ιστορική και εννοιολογική γραμμή. Εδώ, οι αναφορές δεν περιορίζονται στον κλασικισμό, αλλά επεκτείνονται και στη σύγχρονη διεθνή επιτελεστική τέχνη, όπως στο μπλε του Yves Klein. Το σώμα δεν λειτουργεί τόσο ως συγκεκριμένο τοπίο, όσο ως αναδυόμενη επιφάνεια πάνω στην οποία συγκρούονται έννοιες, ιστορικές μνήμες και ταυτότητες. Σε αυτή τη συνθήκη, το σώμα γίνεται πεδίο εγγραφής και έντασης, όχι γεωγραφικός τόπος.
H περφόρμανς «5‑star» συνομιλεί και με τις δύο αυτές κατευθύνσεις, αλλά τις επανατοποθετεί στο κυπριακό πλαίσιο. Όπως στο «Mountaintop», το σώμα λειτουργεί ως τοπίο και ως (αμ)φορέας, άμεσα συνδεδεμένο με το χώμα, το νερό και τη συγκεκριμένη γεωγραφία. Ταυτόχρονα, όπως στο «Herostat», η οριζοντιότητα, το ύφασμα και οι ιστορικές αναφορές ανοίγουν το έργο σε ευρύτερες, διεθνείς συζητήσεις γύρω από την επιτελεστική πρακτική, τη μνήμη και τη σύγκρουση ταυτοτήτων. Σε αυτή τη διπλή συνθήκη, η σύνδεση με την «κούζα» γίνεται εμφανής: το σώμα λειτουργεί όχι μόνο ως αγγείο, αλλά και ως έδαφος, όπου εγγράφονται σχέσεις φροντίδας, ενσώματης εργασίας, εξάρτησης και εξάντλησης φυσικών πόρων.
Η εικόνα των έντονων υφασμάτων που απλώνονται οριζόντια στον χώρο παραπέμπει εύγλωττα σε αναπτύξεις, όπως τα γήπεδα γκολφ και τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, τα οποία απαιτούν δυσανάλογα μεγάλες ποσότητες νερού για άρδευση και συντήρηση. Οπτικά, αυτές οι επιφάνειες απλώνονται πάνω στο τοπίο σαν χρωματιστές πετσέτες, καλύπτοντας παραλίες και οικοσυστήματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ευάλωτες μορφές ζωής όπως οι φωλιές της καρέτα-καρέτα, συχνά με τη σιωπηλή συνενοχή τόσο των ντόπιων όσο και των επισκεπτών.
Η αναφορά στον τουρισμό δεν περιορίζεται εδώ σε μια κριτική της αισθητικής ή του κιτς. Αντίθετα, συνομιλεί με την πρόσφατη κριτική αναθεώρηση της ιστορίας του τουρισμού στην Κύπρο, η οποία έχει αναδείξει προβληματικά οικονομικά μοντέλα βασισμένα σε σχέσεις εξάρτησης και όχι σε ουσιαστική, κριτική συμπαραγωγή με το τοπικό περιβάλλον. Πρόκειται για μοντέλα που απειλούν τοπικές οικολογίες και εγγράφονται στο δομημένο και φυσικό τοπίο με μακρόχρονες συνέπειες.
Στο τέλος της δράσης του επιτελεστικού έργου, η απουσία του σώματος γίνεται εξίσου εύγλωττη. Οι πετσέτες που είχαν εμποτιστεί με ρητίνη, πλέον αποσπασμένες από το ανθρώπινο σώμα, λειτουργούν ως ένα είδος «υπολείμματος», σαν κουφάρι ξεβρασμένο στην ακτή ή σαν απορριμμένο κέλυφος, παρόμοιο με εκείνα που αφήνουν πίσω τους οι ερημίτες κάβουρες ή άλλα μαλάκια, είτε εντοπισμένα από ένα παιδί στην παραλία είτε απολιθωμένα σε ανασκαφές. Χωρίς το σώμα, τα υφάσματα αυτά συνθέτουν ένα κενωμένο, απογυμνωμένο τοπίο, ένα νέο περιβάλλον που καλεί τον θεατή να συμπληρώσει τα κενά και να αισθανθεί το κενό στο ίδιο του το σώμα.
Σε αυτή τη φάση της έκθεσης, το έργο δεν παρουσιάζεται πλέον ως φυσική γλυπτική εγκατάσταση, αλλά μόνο ως βιντεοσκοπημένη καταγραφή της επιτέλεσης μέσω ντρόουν, ένα κατ' εξοχήν μέσο καταγραφής τοπίου, η οποία προβάλλεται στον τοίχο. Η απουσία του υλικού «υπολείμματος» μετατοπίζει ριζικά τον τρόπο πρόσληψης του έργου. Το ζωντανό σώμα, η πλαστικότητα, η ανθρώπινη κλίμακα και η υλικότητα της επιτέλεσης αντικαθίστανται από την ψηφιακή τους αναπαραγωγή: μια κατακόρυφη, επίπεδη εικόνα, αποσπασμένη από τον χρόνο και τον τόπο της. Τα χρώματα και οι υφές επιβιώνουν ως «simulacra», δημιουργώντας ένα αποϋλοποιημένο μετα-τοπίο που προσφέρει εγγύτητα χωρίς επαφή, ανάλογο με τα τεχνητά περιβάλλοντα του κυπριακού τουρισμού, όπου το «φυσικό» αντικαθίσταται από γήπεδα γκολφ και πισίνες, γειτονικά αλλά ποτέ ταυτόσημα με τη φύση και τη θάλασσα.
Το «5‑star» δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε καταφεύγει σε διδακτισμό. Ωστόσο, το πολιτικό του φορτίο είναι σαφές. Υλικότητα, σώμα και χώρος συμπλέκονται για να αποκαλύψουν τις αντιφάσεις της σύγχρονης κυπριακής πραγματικότητας: την τουριστική εικόνα ευμάρειας απέναντι σε εμπειρίες αποκλεισμού, τη ρευστότητα των ταυτοτήτων απέναντι στην επιβολή κοινωνικών ρόλων και τη ζωή που συνυπάρχει διαρκώς με την απώλεια. Σε αυτό το πλαίσιο, η δουλειά του PASHIAS στο NiMAC λειτουργεί όχι μόνο ως καλλιτεχνικό γεγονός, αλλά και ως αφορμή για μια αναγκαία συνομιλία γύρω από το σώμα, την πολιτική οικονομία της φιλοξενίας και τις επιφάνειες ευμάρειας που καλύπτουν -και ταυτόχρονα αποκαλύπτουν- σύγχρονες μορφές βίας και οικολογικής πίεσης.
*Διδακτόρισσα Αρχιτεκτονικής Ιστορίας και Θεωρίας
«5‑star»: Το σώμα που έφυγε, το τοπίο που έμεινε στη ζωντανή περφόρμανς διαρκείας του PASHIAS
Η έκθεση «Fluid Persistence» στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας (NiMAC) φιλοξενεί το έργο «5-star» του PASHIAS, μια ζωντανή περφόρμανς που εξερευνά τη σχέση μεταξύ σώματος, νερού, μνήμης και κοινωνικών εντάσεων. Το έργο, διάρκειας 120 λεπτών, χαρακτηρίζεται από την ακινησία του καλλιτέχνη, ο οποίος λειτουργεί ως δοχείο και τοπίο, ενώ οι πετσέτες που τον περιβάλλουν συμβολίζουν την ευμάρεια, την απώλεια και τον τουρισμό. Η δουλειά του PASHIAS συνδέεται με προηγούμενες δημιουργίες του, όπως η περφόρμανς «KUZA» και η έκθεση «Oops! I broke the sun», όπου το αγγείο αποτελούσε κεντρικό μοτίβο. Η έκθεση προκάλεσε μεγάλη προσέλευση κοινού, ενώ η λιτή αλλά φορτισμένη εικαστική γλώσσα του έργου προσκαλεί σε προβληματισμό σχετικά με την ταυτότητα, την κοινωνική θέση και την εμπειρία του χρόνου. Η χρήση του χρώματος ενισχύει την εικαστική αφήγηση, δημιουργώντας ένα συμπυκνωμένο λεξιλόγιο τοπίου και σώματος.
You Might Also Like
Είναι η όσφρηση το επόμενο μεγάλο πεδίο της τέχνης;
Ιαν 1
Gallery hopping: Οι εκθέσεις που μας υποδέχονται στο 2026
Ιαν 5
Το νερό και νέες αφηγηματικές υποδομές
Ιαν 6
Ground Matter: Ατομική έκθεση της Μελίτας Κούτα στο korai project space
Ιαν 14