Οι ηγέτες της Ευρώπης δυσκολεύονται να μιλήσουν με μια φωνή για το Ιράν και τις καταιγιστικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, και το BBC εξηγεί γιατί
Η Ευρώπη γνώριζε ότι αυτό μπορούσε να συμβεί. Για εβδομάδες οι ηγέτες της παρακολουθούσαν την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή και άκουγαν τις αυστηρές προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον προς την Τεχεράνη να εγκαταλείψει κάθε πυρηνική φιλοδοξία. Ωστόσο, από τη στιγμή που ξεκίνησε η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν, η ήπειρος εμφανίζεται ασυντόνιστη, διστακτική και σε ορισμένες περιπτώσεις διχασμένη, επισημαίνει σε μια εκτενή του ανάλυση το βρετανικό μέσο ενημέρωσης.
Η πρώτη και πιο άμεση ανησυχία για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι η ασφάλεια των πολιτών τους στην περιοχή. Δεκάδες χιλιάδες Ευρωπαίοι ζουν ή εργάζονται στη Μέση Ανατολή και ενδεχόμενες επιχειρήσεις εκκένωσης θα απαιτούσαν τεράστιο συντονισμό.
Παράλληλα, η οικονομική διάσταση της κρίσης είναι ήδη ορατή. Οι τιμές της ενέργειας, ιδίως του φυσικού αερίου, αυξάνονται απότομα, θυμίζοντας τις αναταράξεις που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, κουρασμένες από αλλεπάλληλες κρίσεις, ανησυχούν για νέο κύμα ακρίβειας.
Διαφορετικές γραμμές εντός Ευρώπης
Σε πολιτικό επίπεδο, οι διαφορές είναι εμφανείς. Οι τρεις μεγάλες δυνάμεις της ηπείρου -Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο -εξέδωσαν κοινή δήλωση, προειδοποιώντας το Ιράν ότι είναι έτοιμες να αναλάβουν «αμυντική δράση» εάν συνεχιστούν οι επιθέσεις με πυραύλους και drones. Ωστόσο, πίσω από τη διπλωματική γλώσσα κρύβονται διαφορετικές προσεγγίσεις.
Το Λονδίνο συμφώνησε να επιτρέψει τη χρήση δύο στρατιωτικών του βάσεων για «αμυντικές» επιχειρήσεις κατά ιρανικών στόχων.
Το Παρίσι ενίσχυσε την παρουσία του στην περιοχή μετά από ιρανική επίθεση σε γαλλική βάση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το Βερολίνο, αντιθέτως, περιορίστηκε στη δήλωση ότι οι δυνάμεις του παραμένουν έτοιμες για αμυντικά μέτρα, χωρίς να ανακοινώσει συγκεκριμένες κινήσεις.
Κοινό στοιχείο και των τριών είναι η αποφυγή ανοιχτής αμφισβήτησης της νομιμότητας των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων. Η προσοχή τους στρέφεται στην ανάγκη να μην αποξενώσουν τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες φοβούνται ότι μια δημόσια ρήξη με την Ουάσιγκτον θα μπορούσε να αποδυναμώσει περαιτέρω τη δυτική ενότητα, ιδίως τη στιγμή που ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει ανοιχτός.
H στάση του Σάντσεθ που εξόργισε τον Τραμπ
Μια από τις πιο σαφείς φωνές ήταν εκείνη του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ. Δήλωσε ότι μπορεί κανείς να αντιτίθεται στο ιρανικό καθεστώς και ταυτόχρονα να απορρίπτει μια στρατιωτική επέμβαση εκτός Διεθνούς Δικαίου.
Η Μαδρίτη, μάλιστα, κατέστησε σαφές ότι οι αμερικανικές βάσεις στην Ισπανία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επιθέσεις κατά του Ιράν, οδηγώντας σε αποχώρηση αμερικανικών αεροσκαφών, κάτι που εξόργισε τον Τραμπ, που χαρακτήρισε «απαίσιο σύμμαχο» την Ισπανία και τον ώθησε στην απόφαση να διακόψει κάθε εμπορική σχέση με τη χώρα της Ιβηρικής.
Τι συμβαίνει στην ΕΕ -Τα μηνύματα των Βρυξελλών
Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εικόνα είναι εξίσου περίπλοκη. Οι υπουργοί Εξωτερικών των κρατών-μελών απέφυγαν να στηρίξουν ρητά μια αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Ωστόσο, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μίλησε για «επείγουσα ανάγκη αξιόπιστης μετάβασης» στην Τεχεράνη, δίνοντας διαφορετικό τόνο. Η έλλειψη πλήρους ομοφωνίας αποδυναμώνει το μήνυμα της Ένωσης.
Το ερώτημα που αιωρείται είναι αν η Ευρώπη μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως ενιαία στρατηγική δύναμη σε έναν κόσμο αυξανόμενου ανταγωνισμού. Το 2026 αποδεικνύεται χρονιά αναταραχών. Από τη Βενεζουέλα έως τη Γροιλανδία και το Ιράν, η διεθνής σκηνή μοιάζει ρευστή. Η ήπειρος βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επιθετική Ρωσία, μια οικονομικά φιλόδοξη Κίνα και μια πιο απρόβλεπτη Αμερική, υπογραμμίζει το BBC.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε αλλαγή στο γαλλικό πυρηνικό δόγμα και αύξηση του αριθμού των πυρηνικών κεφαλών. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως μήνυμα ότι η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει τη δική της αποτρεπτική ισχύ, ιδίως καθώς η εμπιστοσύνη στην αμερικανική πυρηνική ομπρέλα δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Η συζήτηση για την ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή δεν είναι νέα, αλλά αποκτά νέα δυναμική. Η Σουηδία, η Πολωνία και η Γερμανία έχουν απευθυνθεί στη Γαλλία ζητώντας ευρύτερη κάλυψη. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η μόνη άλλη πυρηνική δύναμη στην Ευρώπη, παραμένει βασικός πυλώνας της αποτροπής μέσω του ΝΑΤΟ. Όμως, η προοπτική μιας περισσότερο «ευρωπαϊκής» ασφάλειας απαιτεί βαθύτερο συντονισμό.
Εδώ αναδεικνύεται ένα χρόνιο πρόβλημα που επηρεάζει και το ΝΑΤΟ. Πρόκειται για την πολυδιάσπαση των αμυντικών συστημάτων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν περίπου 30 βασικά οπλικά συστήματα, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν σχεδόν έξι φορές περισσότερα, συχνά με αλληλεπικαλύψεις. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένο κόστος, χαμηλότερη διαλειτουργικότητα και καθυστερήσεις.
Παρά τις πιέσεις για αύξηση των αμυντικών δαπανών, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά και ποιοτικό. Πού και πώς επενδύονται τα κονδύλια; Οι εθνικές κυβερνήσεις συχνά προστατεύουν τις εγχώριες αμυντικές βιομηχανίες, δυσκολεύοντας τις κοινές προμήθειες και τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας.
Οι ιστορικές εμπειρίες κάθε χώρας διαμορφώνουν, επίσης, τη στάση της. Η Γερμανία, με το βάρος του παρελθόντος της, υπήρξε για δεκαετίες επιφυλακτική απέναντι στη στρατιωτική ισχύ. Η μεταστροφή της μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία υπήρξε θεαματική. Επί καγκελαρίας Φρίντριχ Μερτς το Βερολίνο επιδιώκει, πλέον, να καταστεί η ισχυρότερη συμβατική στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη, με αυξημένες δαπάνες έως το 2029.
Η Ιταλία, υπό την πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, βρίσκεται σε πιο δύσκολη θέση. Η ίδια στηρίζει την Ουκρανία και διατηρεί θερμές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, αλλά μεγάλο μέρος της ιταλικής κοινής γνώμης αντιτίθεται στην αύξηση των αμυντικών δαπανών και στη βαθύτερη εμπλοκή σε εξωτερικές συγκρούσεις.
Ad hoc συνασπισμοί
Οι εθνικές ιδιαιτερότητες καθιστούν δύσκολη τη διαμόρφωση μιας κοινής γραμμής για το Ιράν. Όταν προκύπτει κρίση, οι κυβερνήσεις ανταποκρίνονται πρώτα στις ανησυχίες των ψηφοφόρων τους. Το αποτέλεσμα είναι συχνά ad hoc συνασπισμοί πρόθυμων χωρών που συνεργάζονται σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως κοινά αμυντικά προγράμματα ή επιχειρήσεις επιτήρησης.
Αυτή η τάση ίσως αποτελεί ρεαλιστική απάντηση σε έναν πολυπολικό κόσμο. Αντί για απόλυτη ομοφωνία 27 κρατών, μικρότερες ομάδες μπορούν να προχωρούν ταχύτερα, διαπιστώνει η ανάλυση του BBC, εκτιμώντας τη ρευστή κατάσταση εν μέσω καταιγιστικών εξελίξεων.
Πηγή: iefimerida.gr
European Leaders Struggle to Speak with One Voice on Iran
European leaders are struggling to adopt a unified stance towards Iran and developments in the Middle East. Although they were aware of the possibility of increased US military presence, they appear uncoordinated and divided after the US-Israeli attack. Concerns are focused on the safety of European citizens in the region and the economic consequences, such as rising energy prices. There are differences in approaches between France, Germany and the United Kingdom, with London and Paris being more decisive than Berlin. The stance of Spanish Prime Minister Pedro Sanchez, who criticized the US intervention, angered Trump.
You Might Also Like
CNN: Ο αμερικανικός στρατός έτοιμος να «χτυπήσει» το Ιράν από το Σαββατοκύριακο
Feb 19
Τι θα συμβεί αν ο Τραμπ επιτεθεί στο Ιράν: Τα 7 σενάρια για το πώς οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν την Τεχεράνη
Feb 20
Ο Τραμπ έτοιμος να επιτεθεί στο Ιράν, η δύναμη κρούσης παίρνει μορφή
Feb 20
ΗΠΑ και Ιράν σε διπλωματικό αδιέξοδο: Η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στη Μέση Ανατολή από το 2003
Feb 21
Γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλήσει με ενιαία φωνή για το Ιράν;
Mar 3