«Περίπου δύο εβδομάδες μετά την έναρξη του αμερικανο-ισραηλινού πολέμου κατά του ιρανικού καθεστώτος, η κατάσταση παραμένει ασαφής», δηλώνει στον «Π» η πολιτική αναλύτρια και ειδική σε θέματα Μέσης Ανατολής Ευανθία Κουλουριώτη, τονίζοντας ότι το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν βρίσκεται κοντά στην κατάρρευση παρά τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αλλά ούτε φαίνεται ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν ολοκληρώσει τις επιθέσεις τους σε επίπεδο ασφάλειας, στρατού και οικονομίας. Μάλιστα κάνει λόγο για τον «Μεγάλο πόλεμο της Μέσης Ανατολής» που θα αλλάξει το πρόσωπο ολόκληρης της περιοχής.
Στρατιωτική πραγματικότητα: Τα δύο αφηγήματα
«Πριν εξετάσουμε το πολιτικό τοπίο στην Τεχεράνη», σημείωσε η κ. Κουλουριώτη, «είναι απαραίτητο να ασχοληθούμε με τη στρατιωτική πραγματικότητα, προκειμένου να αποσαφηνίσουμε τις επιλογές που έχει στη διάθεσή του ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, ο γιος του Χαμενεΐ». Εδώ, ανέφερε, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δύο αφηγήματα. «Το πρώτο», τόνισε, «που παρουσιάζεται από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ισχυρίζεται ότι ο ιρανικός εναέριος χώρος στο σύνολό του είναι πλέον ανοιχτός, υπονοώντας ότι οι δύο σύμμαχοι κατάφεραν να καταστρέψουν τα συστήματα αεροπορικής άμυνας του Ιράν, τα οποία η Τεχεράνη προσπάθησε να ανοικοδομήσει με τη ρωσική και κινεζική υποστήριξη μετά τον 12ήμερο πόλεμο, παράλληλα με την καταστροφή της ιρανικής πολεμικής αεροπορίας».
Όσον αφορά το πυρηνικό ζήτημα, η κ. Κουλουριώτη υποστήριξε ότι «οι σύμμαχοι επιβεβαίωσαν ότι πραγματοποίησαν ευρύτερες επιθέσεις κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν μέσω αεροπορικών επιδρομών και πυραυλικών επιθέσεων που στόχευαν τις περισσότερες πυρηνικές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των τριών εγκαταστάσεων που χτυπήθηκαν από την Ουάσιγκτον κατά τη διάρκεια της “Επιχείρησης Midnight Hammer”». Ωστόσο, συμπλήρωσε, δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής πληροφορίες σχετικά με την ποσότητα του υψηλού εμπλουτισμού ουρανίου που κατέχει η Τεχεράνη, το οποίο φέρεται να βρίσκεται ακόμη εντός των εγκαταστάσεων του Ισφαχάν.
Για το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν, η Κουλουριώτη είπε ότι ο Τραμπ και άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επιβεβαιώσει την καταστροφή μεγάλου μέρους του αποθέματος του Ιράν, καθώς και την καταστροφή περίπου του 70 έως 80% των πλατφορμών εκτόξευσης πυραύλων, ενώ ταυτόχρονα επέφεραν σοβαρά πλήγματα στο ιρανικό πρόγραμμα μη επανδρωμένων αεροσκαφών. «Επομένως», πρόσθεσε, «μπορεί να ειπωθεί ότι από την άποψη των ΗΠΑ και του Ισραήλ, περίπου το 80% των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν (εξαιρουμένων των χερσαίων δυνατοτήτων του) έχουν εξαλειφθεί, και οι εναπομείναντες στόχοι είναι μικρότερης σημασίας και επιπτώσεων».
Ακολούθως αναφέρθηκε στην επίσημο αφήγημα του Ιράν, λέγοντας ότι το καθεστώς υποστηρίζει πως οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις, με τους τρεις κλάδους τους – τον τακτικό στρατό, τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) και την πολιτοφυλακή Basij – παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ικανές να συνεχίσουν τον πόλεμο, τόσο αμυντικά όσο και επιθετικά, για αρκετούς ακόμη μήνες. «Η Τεχεράνη, πρόσθεσε, υποστηρίζει ότι διατηρεί επίσης την ικανότητα να εξαπολύει καταστροφικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην περιοχή, καθώς και εναντίον ισραηλινού εδάφους, αλλά και τη δυνατότητα να κρατήσει κλειστά τα Στενά του Ορμούζ για αρκετούς ακόμη μήνες. «Μέσα σε αυτά τα δύο αφηγήματα», τόνισε, «είναι απαραίτητη μια βαθύτερη ανάλυση του ιρανικού πολιτικού τοπίου.
Η Τεχεράνη μετά τον Αλί Χαμενεΐ
Η δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ στα πρώτα δευτερόλεπτα του πολέμου δεν αποτέλεσε έκπληξη για πολλούς παρατηρητές, τόνισε η κ. Κουλουριώτη.
Περισσότερο από ένα μήνα πριν από την έναρξη του πολέμου, υπογράμμισε, «είχα σκιαγραφήσει τρία σενάρια πολέμου, και στο τρίτο σενάριο το πρώτο βήμα ήταν η δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ». Στην Τεχεράνη, συνέχισε, αυτή η δολοφονία ήταν ήδη στο τραπέζι, γεγονός που ώθησε τον Χαμενεΐ να προετοιμάσει δύο στρατηγικές για την αντιμετώπιση ενός τέτοιου γεγονότος. «Αφενός», σημείωσε, «ανέθεσε στον Αλί Λαριτζάνι, Γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και υπεύθυνο για το φάκελο των υποστηριζόμενων από το Ιράν πολιτοφυλακών στην περιοχή, την ευθύνη να ηγηθεί στρατιωτικά του πολέμου μέσω της επιρροής του στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) και στον στρατό». Η δεύτερη στρατηγική, συμπλήρωσε, «είχε προετοιμαστεί εδώ και πολλά χρόνια: ο Χαμενεΐ είχε προετοιμάσει το έδαφος για να τον διαδεχθεί ο γιος του Μοτζτάμπα».
Η κ. Κουλουριώτη ανέφερε ότι «πράγματι, 60 δευτερόλεπτα μετά την έναρξη του πολέμου, ο Χαμενεΐ ήταν νεκρός». Ωστόσο, υπογράμμισε, η ιρανική στρατιωτική αντίδραση και η κλιμάκωση προς έναν περιφερειακό πόλεμο δεν άργησαν να εμφανιστούν. «Το ιρανικό καθεστώς», όπως είπε, «φαινόταν έτοιμο, σε αντίθεση με την πρώτη ημέρα του 12ήμερου πολέμου, όπου έδειχνε μπερδεμένο». Αν και το πρώτο χτύπημα του πολέμου ήταν πιο βίαιο και πιο εκτεταμένο, η Τεχεράνη κατάφερε να απορροφήσει την επίθεση και να ξεκινήσει αντεπίθεση, πρόσθεσε.
Διαβάστε επίσης:
Από πολιτική άποψη, τόνισε η κ. Κουλουριώτη, οι θεσμοί που ήταν αρμόδιοι για τη διαχείριση της κατάστασης λειτούργησαν σχεδόν κανονικά. Η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων είχε μια λίστα με τέσσερα ονόματα από τα οποία θα επιλέγονταν ένα, και η Δικαιοσύνη άρχισε να επικοινωνεί με την προεδρία για να σχηματίσει ένα συμβούλιο που θα ηγούνταν του καθεστώτος μέχρι να οριστικοποιηθεί η επιλογή του νέου ανώτατου ηγέτη. Σημείωσε δε ότι ένα από τα τέσσερα ονόματα που συζητιόνταν ήταν το Μοτζτάμπα. «Παρά τη σύσταση του Χαμενεΐ να τον διαδεχθεί ο γιος του», συμπλήρωσε, «πηγές από την Τεχεράνη ανέφεραν διαφωνίες εντός των κυβερνώντων θεσμών και της Συνέλευσης των Εμπειρογνωμόνων». Πολλοί, συνέχισε, επέκριναν την ιδέα η ηγεσία του Ιράν να βασίζεται στην κληρονομική διαδοχή, καθώς η ίδια η ιρανική επανάσταση ιδρύθηκε με σκοπό τον τερματισμό της δυναστικής διακυβέρνησης.
«Μεταξύ των ονομάτων που εξετάστηκαν σοβαρά», ανέφερε, «ήταν ο κληρικός Αλί Ρεζά Αράφι, ο οποίος επιλέχθηκε για το προσωρινό συμβούλιο ηγεσίας». Ο Αράφι, όπως είπε, υποστηριζόταν από τον κλήρο στο Ιράν και εντός της Συνέλευσης των Εμπειρογνωμόνων. Ωστόσο, σημείωσε, «το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) είχε διαφορετική άποψη: ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ήταν ο μοναδικός υποψήφιος τους». Στην πραγματικότητα, υπογράμμισε, το IRGC, το οποίο κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου είχε ανεξαρτητοποιηθεί από τις επίσημες στρατιωτικές δομές και είχε αναδειχθεί σε εξέχουσα θέση στο Ιράν, κατάφερε να επιτύχει αυτό το στόχο. Σημείωσε δε ότι το αποτέλεσμα ήταν η ανάδειξη του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ στη θέση του ανώτατου ηγέτη, σηματοδοτώντας την αρχή μιας νέας φάσης, αυτή τη φορά μέσω της εφαρμογής μιας «στρατηγικής της υπομονής» με πρόθεση την εξάντληση του αντιπάλου, αναμεμειγμένη με στρατιωτική φρενίτιδα.
Ακολούθως η κ. Κουλουριώτη επεσήμανε ότι «μεταξύ της δολοφονίας του Αλί Χαμενεΐ και της ορκωμοσίας του γιου του, και παρά τις στρατιωτικές και πολιτικές ρυθμίσεις που είχαν προετοιμαστεί εκ των προτέρων, οι διαφορές στις απόψεις και τις ενέργειες ήταν σαφώς ορατές μέσα από τις αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεων αξιωματούχων του Υπουργείου Εξωτερικών και της προεδρίας από τη μία πλευρά, και των στρατιωτικών δηλώσεων και ενεργειών από την άλλη». Ανέφερε δε ότι ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί βγήκε να επιβεβαιώσει ότι τα Στενά του Ορμούζ δεν θα κλείσουν, ενώ στη συνέχεια ένας διοικητής του Κεντρικού Αρχηγείου Khatam al-Anbiya, μιας από τις σημαντικότερες βάσεις του IRGC, μίλησε για το κλείσιμο του Ορμούζ. Στη συνέχεια, επεσήμανε και τη δήλωση του Ιρανού Προέδρου, Πεζεσκιάν, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι τα κράτη του Κόλπου δεν θα αποτελούσαν στόχο, ωστόσο, όχι περισσότερο από ένα λεπτό μετά από αυτή τη δήλωση, ακούστηκαν σειρήνες αεροπορικής επιδρομής στη Μανάμα, τη Ντόχα και το Αμπού Ντάμπι. «Αυτή η αντίφαση», πρόσθεσε, «μεταξύ δηλώσεων και ενεργειών δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα παιχνίδι ρόλων, αλλά επιβεβαιώνει όσα έχουν αναφερθεί πρόσφατα σχετικά με διαφωνίες μεταξύ των ηγετών του IRGC και της πολιτικής ηγεσίας». Στη συνέχεια, τόνισε, ήρθε ο διορισμός του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος επιβεβαίωσε τον έλεγχο του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στη λήψη αποφάσεων στο Ιράν, γεγονός που θα περιπλέξει κάθε πιθανή μελλοντική διπλωματική οδό και θα περιορίσει τις επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ για τον τερματισμό του τρέχοντος πολέμου.
Η ατμόσφαιρα στον Λευκό Οίκο
«Δεν υπήρχε ομοφωνία στον Λευκό Οίκο όσον αφορά την απόφαση για την κήρυξη πολέμου κατά του Ιράν», υποστήριξε η κ. Κουλουριώτη. Ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Τραμπ και επικεφαλής διαπραγματευτής του, ο Στιβ Γουίτκοφ, ήταν μεταξύ των κύριων αντιπάλων της κίνησης αυτής. Ο Αντιπρόεδρος Βανς επίσης δεν ήταν ενθουσιώδης για αυτή την περιπέτεια. Ωστόσο, ανέφερε, «το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις και οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, οι οποίες ενδέχεται να μην αποφέρουν ικανοποιητικά αποτελέσματα για τους Ρεπουμπλικάνους, ώθησαν τον Τραμπ να υιοθετήσει την απόφαση».
Η επιτυχία της κίνησης στη Βενεζουέλα, τόνισε η κ. Κουλουριώτη, ενίσχυσε την πεποίθηση ότι ένας πόλεμος στο Ιράν δεν θα ήταν δαπανηρός και παρατεταμένος. Επιπλέον, όπως είπε, οι ιρανικές αντιδράσεις στις αμερικανικές επιθέσεις τα προηγούμενα χρόνια έδωσαν στην κυβέρνηση Τραμπ την εντύπωση ότι το ιρανικό καθεστώς δεν θα προχωρούσε σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Υπενθύμισε δε την δολοφονία του στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί στις αρχές του 2020, που παρά τον αντίκτυπο και τον πόνο που προκάλεσε στο ιρανικό καθεστώς, αντιμετωπίστηκε με μια πολύ περιορισμένη αντίδραση: λίγοι πύραυλοι εκτοξεύθηκαν εναντίον μιας αμερικανικής στρατιωτικής βάσης στο Ιράκ. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, οι ΗΠΑ συμμετείχαν στον 12ήμερο πόλεμο με την έναρξη της «Επιχείρησης Midnight Hammer», κατά τη διάρκεια της οποίας η Ουάσιγκτον κατέστρεψε τρεις πυρηνικές εγκαταστάσεις που ήταν οι πιο σημαντικές για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. «Η ιρανική αντίδραση», τόνισε, «περιορίστηκε και πάλι σε μια επίθεση κατά της βάσης Αλ-Ουντέιντ στο Κατάρ, αφού αυτή είχε ήδη εκκενωθεί».
Ταυτόχρονα, ανέφερε η κ. Κουλουτιώτη, ασκήθηκε σημαντική πίεση από το Ισραήλ υπέρ της στρατιωτικής επιλογής, η οποία, όπως υποστήριζε το Τελ Αβίβ, είχε καταστεί αναπόφευκτη. «Είτε οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα αναλάβουν την πρωτοβουλία, είτε η Τεχεράνη θα προχωρήσει στην κατασκευή μυστικής πυρηνικής βόμβας ή σε προληπτικό στρατιωτικό χτύπημα». Αυτό ήταν το μήνυμα, όπως είπε, που μετέφερε το Ισραήλ στον Λευκό Οίκο. «Το αποτέλεσμα», σημείωσε, «ήταν ένας συνδυασμός εξωτερικής και εσωτερικής πίεσης και ένας αγώνας ενάντια στον χρόνο, εν μέσω ενός αδιέξοδου διπλωματικού διαύλου και ενός στρατιωτικού κινδύνου από το Ιράν που δεν φαινόταν σοβαρός, οπότε ελήφθη η απόφαση για πόλεμο».
Σήμερα, τόνισε, «σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την έναρξη αυτού του πολέμου, και παρά τις ενθουσιώδεις δηλώσεις του Τραμπ, της κυβέρνησής του και των στρατηγών του, η κατάσταση φαίνεται πιο περίπλοκη από ό,τι αναμενόταν». Πρόσθεσε δε ότι ο κατάλογος των στόχων διευρύνεται καθημερινά, περιλαμβάνοντας πλέον εγκαταστάσεις ενέργειας και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. «Οι επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών βάσεων», ανέφερε, «δεν έχουν ανακόψει τις επιθέσεις στην περιοχή, ούτε έχουν σταματήσει την απειλή για τα Στενά του Ορμούζ». Ταυτόχρονα, υποστήριξε, «αυξάνονται οι φωνές που αμφισβητούν τη σκοπιμότητα της συνέχισης αυτού του πολέμου, ο οποίος εξακολουθεί να φαίνεται ανεπαρκής για να αλλάξει το ιρανικό ισλαμικό καθεστώς». Εξέφρασε δε την εκτίμηση ότι «πλησιάζουμε σε ένα σημείο όπου ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο επιλογές: είτε να επεκτείνει τον πόλεμο ώστε να συμπεριλάβει μια χερσαία επέμβαση (ακόμη και περιορισμένη) είτε να τον τερματίσει, να θεωρήσει επαρκή τα επιτεύγματα και να κηρύξει τη νίκη».
Ο σημαντικότερος πόλεμος για το κράτος του Ισραήλ
Ακολούθως η κ. Κουλουριώτη εξέφρασε την εκτίμηση ότι «η απόφαση για στρατιωτική αντιπαράθεση με το ιρανικό καθεστώς ελήφθη τις πρώτες ημέρες μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου». Η υπόθεση του Ιράν, υποστήριξε, είχε καταστεί μια σαφέστερη και πιο ορατή απειλή και είχε δείξει τα δόντια της μέσω της επίθεσης της Χαμάς στην περιφέρεια της Γάζας. Ωστόσο, τόνισε, ο χρόνος και η κλίμακα αυτού του πολέμου παρέμεναν ασαφείς. «Η απόφαση έγινε πιο βέβαιη μετά τη νίκη του Τραμπ στις προεδρικές εκλογές», εξήγησε η κ. Κουλουριώτη. «Ο 12ήμερος πόλεμος», όπως είπε, «ξεκίνησε ως πρωτοβουλία του Ισραήλ με στόχο να δοκιμάσει την αντίδραση του Ιράν και τις αμυντικές στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης, ενώ παράλληλα ήθελε να παρουσιάσει μια πειστική εικόνα στον αμερικανικό σύμμαχο, ο οποίος εξακολουθούσε να έχει αμφιβολίες ως προς το αν το ιρανικό καθεστώς —το οποίο είχε αντιμετωπίσει τέσσερα κύματα εκτεταμένων διαδηλώσεων τις τελευταίες δύο δεκαετίες— θα αποτελούσε πηγή στρατιωτικής απειλής μπροστά στις ισραηλινές στρατιωτικές δυνατότητες και την προηγμένη αμερικανική τεχνολογία». Με το τέλος του 12ήμερου πολέμου, επεσήμανε, «εμείς, ως παρατηρητές, ήμασταν πεπεισμένοι ότι αυτό που είχε συμβεί ήταν μόνο ένας γύρος και ότι ένας πόλεμος πλήρους κλίμακας ήταν μόνο θέμα χρόνου».
Ο Νετανιάχου, ανέφερε, ο οποίος αναγκάστηκε να τερματίσει τον πόλεμο στη Γάζα με μια συμφωνία που ικανοποίησε περισσότερο τον Τραμπ παρά την ισραηλινή Δεξιά, πίστευε ότι η ικανοποίηση του Αμερικανού προέδρου ήταν το προοίμιο για τον πόλεμο με το Ιράν. «Στην ισραηλινή πολιτική νοοτροπία», σημείωσε, «ένας πόλεμος με το Ιράν είχε γίνει κοινωνικά αποδεκτός, και η ισραηλινή κοινωνία, η οποία βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου από τις 7 Οκτωβρίου 2023, ήταν πρόθυμη να υπομείνει μερικές ακόμη εβδομάδες σύγκρουσης». Εάν ο πόλεμος, συνέχισε, κατέληγε σε νίκη για το Ισραήλ, η Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ανοίξει στην ισραηλινή επιρροή και, κατά συνέπεια, σε διαρκή ειρήνη. Από αυτή την οπτική γωνία, υποστήριξε, ο Νετανιάχου πίστευε ότι αν ένας πόλεμος με το Ιράν, σε συμμαχία με την Ουάσιγκτον, κατέληγε σε νίκη, αυτό θα σήμαινε ότι η επιστροφή του στην πρωθυπουργία ήταν μόνο θέμα χρόνου. «Το αποτέλεσμα», όπως είπε, «ήταν το εξής: ένα ισραηλινό κοινό έτοιμο για πόλεμο, μια πολιτική ηγεσία των οποίων τα εκλογικά συμφέροντα συνάδουν με αυτό, μια στρατιωτική ηγεσία που προετοιμαζόταν για αυτόν τον πόλεμο εδώ και δύο δεκαετίες, η Γάζα απομακρυσμένη από την εξίσωση του κινδύνου, η Χεζμπολάχ αποδυναμωμένη και ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο: και έτσι, ο πόλεμος ξεκίνησε».
Στη συνέχεια η κ. Κουλουριώτη ανέφερε ότι σήμερα τα μέτωπα έχουν γίνει πιο ξεκάθαρα. «Η κυβέρνηση Νετανιάχου», υποστήριξε, «ανέμενε επιθέσεις με ιρανικούς πυραύλους και drones, παρόμοιες με αυτές του 12ήμερου πολέμου». Ο Νετανιάχου, πρόσθεσε, «γνώριζε επίσης ότι η Χεζμπολάχ θα συμμετείχε σε αυτόν τον πόλεμο και, ως εκ τούτου, το Ισραήλ θα έπρεπε να πολεμήσει σε πολλά μέτωπα». Ωστόσο, υπογράμμισε, η κατάσταση στην Τεχεράνη δεν φαίνεται να ικανοποιεί τις φιλοδοξίες του Νετανιάχου. Η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, τόνισε, παραμένει στόχος του Ισραήλ, ακόμη και αν αυτό σημαίνει περισσότερες ημέρες και εβδομάδες πολέμου. Επομένως, όπως είπε, «ο Νετανιάχου πρέπει να βάλει ένα νέο χαρτί στο τραπέζι που θα δώσει στην ισραηλινο-αμερικανική επίθεση μια νέα θετική δυναμική το συντομότερο δυνατό». Πρόσθεσε δε ότι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ γνωρίζει ότι ο αυξανόμενος σκεπτικισμός στην Ουάσιγκτον μπορεί να ωθήσει τον Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο, οπότε το νέο χαρτί μπορεί να του κερδίσει περισσότερο χρόνο και να διατηρήσει υψηλό το ηθικό εντός της ισραηλινής κοινωνίας, η οποία έχει αρχίσει να κουράζεται από την ατμόσφαιρα συναγερμού.
Ακολούθως είπε ότι «στο πρώτο του μήνυμα, που παραδόθηκε γραπτώς, ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ αποκάλυψε αυτό που εμείς, ως παρατηρητές, γνωρίζαμε ήδη: μια σκληροπυρηνική, θρησκευτικο-στρατιωτική νοοτροπία». Η δήλωση, πρόσθεσε, δεν περιείχε καμία ένδειξη ειρήνης ή διπλωματίας· αντίθετα, επανέλαβε την απειλητική ρητορική της ηγεσίας του IRGC εναντίον των ΗΠΑ, του Ισραήλ και των κρατών του Κόλπου. «Εν μέσω αμφιβολιών», συνέχισε, «για το αν ο Μοτζτάμπα είναι ζωντανός ή νεκρός, το συμπέρασμα είναι το ίδιο: η Τεχεράνη σήμερα δεν είναι πλέον η ίδια ρεαλιστική και υπομονετική Τεχεράνη που ήταν κάποτε, αλλά έχει επιστρέψει στη νοοτροπία των πρώτων ημερών της Ισλαμικής Επανάστασης». Η νίκη, κατά την άποψή τους, δεν συνίσταται πλέον στη διαφύλαξη συμφερόντων και στην επίτευξη κερδών, αλλά στο να χτυπάει τους εχθρούς, να προκαλεί πόνο και να τους επιφέρει τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες, τόνισε η κ. Κουλουριώτη. Με μια τέτοια νοοτροπία, ανέφερε, η διπλωματική οδός γίνεται σχεδόν αόρατη. «Εν τω μεταξύ», συμπλήρωσε, «στο Ισραήλ, ο Νετανιάχου περιμένει ένα ψίθυρο από τη Μοσάντ και την ηγεσία της στρατιωτικής αντικατασκοπείας για να αναζωογονήσει την πολεμική προσπάθεια, ενώ τα μάτια του είναι στραμμένα στις περιοχές βόρεια του ποταμού Λιτάνι στον Λίβανο και στη Σαναά της Υεμένης». Στην Ουάσινγκτον, πρόσθεσε, ο Τραμπ κοιτάζει τους στρατηγούς του με προσμονή. Ο φάκελος μιας χερσαίας επιχείρησης, την οποία δεν επιθυμεί, έχει πλέον πλησιάσει στο γραφείο του, ενώ στο άλλο του χέρι κρατά τον φάκελο για τον τερματισμό του ένατου πολέμου από την αρχή της δεύτερης θητείας του.
Καταλήγοντας, η κ. Κουλουριώτη είπε ότι στην αμερικανική γλώσσα ονομάζεται «Επικός Πόλεμος της Οργής», στη γλώσσα του Ισραήλ «Βρυχηθμός του Λιονταριού» και στη γλώσσα του Ιράν «Αληθινή Υπόσχεση 4». Ωστόσο, πρόσθεσε, «κατά τη γνώμη μου, είναι “Ο Μεγάλος Πόλεμος της Μέσης Ανατολής”, ένας πόλεμος που θα αλλάξει το πρόσωπο ολόκληρης της περιοχής».
‘Great Middle East War’: Tehran After Khamenei’s Death, Trump’s Two Options and Netanyahu’s Ambitions
Political analyst Evanthia Koulourioti states that the situation in the Middle East remains unclear after the death of Khamenei and the attacks on Iran. Although the regime is not close to collapse, the attacks by the US and Israel have caused significant damage to Iran's military and economic capabilities. According to the US and Israel, the attacks destroyed a large part of Iran's air defense systems, air force, and nuclear program. Iran, on the other hand, claims that its armed forces remain capable of continuing the war. Koulourioti reports that the attacks have eliminated about 80% of Iran's military capabilities, excluding ground forces. Iran's missile program has also suffered significant damage. Netanyahu's ambitions and Trump's two options for the region are expected to shape the future of the Middle East.