Η Λίτσα στεκόταν στη μέση του Ζαλόγγου έτοιμη να διανείμει εφτά τεμάχια τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο.
Η όλη εικόνα έμοιαζε λίγο με γρίφο, η εξήγηση ωστόσο ήταν απλή. Προτού σ’τη δώσω, θέλω να σταθώ λίγο στο ύφος της.
Εν πολλοίς πένθιμο, σ’ ένα πεπειραμένο μάτι όμως όπως το δικό μου, που ως καθρέφτης είμαι στο κουρμπέτι κοντά διακόσια χρόνια, δεν μπορούσε να διαφύγει η αμυδρή σπίθα της προσδοκίας. Ξέχασα να σου πω ότι τα εφτά τεμάχια ήταν τοποθετημένα σ’ έναν πλαστικό δίσκο της κόκα-κόλα.
Η δράση οφείλεται αποκλειστικά στην κομμώτρια Γιώτα που έπεισε την καντινιέρισσα να φτιάξει φανουρόπιτα προκειμένου να της φανερώσει ο Άγιος Φανούριος τον ελαμίτη Σωτήρη Θράσου που εμφανίστηκε στον βίο της για ελάχιστα λεπτά και έκτοτε αγνοείται.
Η Γιώτα της θύμισε ότι η ίδια βρήκε τον κατά πολύ μικρότερο λαχειοπώλη Πέτρο μετά από μεσιτεία του Αγίου, έχοντας φτιάξει τρεις συναπτές φανουρόπιτες που τάισε με το έτσι θέλω στις κομμωτηριάζουσες του «Παρφέ». Τώρα θα πω και την κακία μου κι ο Θεός ας με συγχωρέσει. Εφόσον ο Άγιος ήθελε να παρέμβει, γιατί δεν της βρήκε κάτι καλύτερο;
Διότι ο Πέτρος, όπως σου έχω πει, είναι ένας μισοπάλαβος που τρώει τα λεφτά του ΕΕΕ και των λαχείων στα στοιχήματα. Εν πάση περιπτώσει, δασκαλεμένη από τη Γιώτα, η Λίτσα έφτιαξε τη φανουρόπιτα από βραδύς την έκοψε σε εφτά κομμάτια που όφειλε να προσφέρει σε εφτά μονοστέφανες. «Πού να τις βρω, αγάπη μου, δεν βλέπεις τι γίνεται εκεί έξω» αντέδρασε και πρότεινε να δώσει τα κομμάτια σε εφτά θαμώνες του Ζαλόγγου. Η Γιώτα εξήγησε ότι αυτό απάδει προς τα ειωθότα και πως δεν θα βοηθούσε «κάνε όμως ό,τι καταλαβαίνεις, θαύματα μην περιμένεις».
Η καντινιέρισσα προχωρούσε τώρα με το δίσκο μοιράζοντας τις μερίδες χωρίς πολλές εξηγήσεις «για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες της μητέρας του Αγίου Φανουρίου που ήταν εξώλης και προώλης». Οι δεξιοί και καραδεξιοί παραλάμβαναν ευλαβώς την πίτα χωρίς να θέτουν ερωτήματα. Ο κύριος Γρηγόρης μάλιστα, τέως πυροσβέστης, έκανε τον σταυρό του.
Η Λίτσα ετοιμαζόταν να δώσει το έσχατο κομμάτι στον κύριο Αντώνη, τέως κλητήρα στο Υπουργείο Γεωργίας, όταν μπήκε φουριόζος ο Λαυρεντιάδης. Ανέκρουσε πρύμναν και έδωσε τη μερίδα στον πρόεδρο ο οποίος άρχισε να την τρώει μηχανικά, μάταια του εξήγησε ότι πρώτα έπρεπε να φάει η σύζυγός του και μετά αυτός. Δεν έδωσε σημασία, είχε χαρμόσυνα νέα για το πρόγραμμα «Χρυσό Κλειδί του Ζαλόγγου».
Πρώτη τιμώμενη θα ήταν η πρώην λοχίας της Αστυνομίας και διακεκριμένη ποιήτρια Περσεφόνη Βοσκού. Η Βοσκού ως έφηβη υπήρξε αγωνίστρια της ΕΟΚΑ, τουτέστιν έριξε καμιά δεκαριά πέτρες κατά των Εγγλέζων. Καμία πέτρα δεν βρήκε τον στόχο της, η Περσεφόνη ωστόσο εξαργύρωσε στο έπακρο την εθνοσωτήρια δράση της με μια καλοπληρωμένη θέση στην Αστυνομία Κύπρου και με πολλούς επαίνους για τα θλιβερά πονήματά της τα οποία πλασάρει ως υψηλή ποίηση. «Περιμένεις προκοπή, πρόεδρε, απ’ τη Βοσκού, δεν γυρίζεις καλύτερα δίσκο στον Άγιο Προκόπιο;» Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση ο Λαυρεντιάδης.
«Άσε τα πικρόχολα, κυρία Λίτσα, χρειάζομαι τη βοήθειά σου… θα της δώσουμε το χρυσό κλειδί, επίχρυσο βεβαίως, βλέπεις την κατάσταση, αυτό το κλειδί όμως τι θα ανοίγει;… δεν μπορεί να είναι το χρυσό κλειδί της πόλης, δεν είμαι δήμαρχος». «Μήπως το κλειδί του ψυχιατρείου όπως έχουμε καταντήσει εδώ μέσα;», «Λίτσα, συγκεντρώσου!»
Η καντινιέρισσα προσπαθούσε ειλικρινά να του δώσει μια απάντηση, όχι από αλληλεγγύη αλλά για να το βουλώσει και να την αφήσει ήσυχη. «Μπορεί να είναι το χρυσό κλειδί της… αντίστασης». Αντίσταση, ουδεμία ένσταση, αλλά σε τι; «Αντίσταση στην κατοχή, πρόεδρε» διευκρίνισε για να κλείσει μια και καλή η συζήτηση. «Μπράβο. Αυτό ακριβώς. Το χρυσό κλειδί της αντιστάσεως!»
Ήταν έτοιμη να τον ρωτήσει αν ήθελε κάτι άλλο πριν πάει να πλύνει τα φλιτζάνια που είχαν αβγατίσει επικίνδυνα. Δεν πρόλαβε να πει κάτι γιατί έλαβε ειδοποίηση στο κινητό. Είδε ένα έτοιμα φιλίας στο Facebook. Ποιος ήθελε τη φιλία της τέτοια ώρα. Ένας άντρας. Ποιος άντρας;
Ο… Σωτήρη Θράσου. Απίστευτο! Έμεινε να χάσκει αποσβολωμένη πριν πει το «δοξασμένο το όνομά σου Άγιε Φανούριε». «Τι έγινε;» ρώτησε ο πρόεδρος, «ε… είχα χάσει τη βέρα μου και την ξαναβρήκα σήμερα το πρωί». «Εφόσον χώρισες τι τη θες τη βέρα;» ρώτησε εύλογα ο Λαυρεντιάδης. «Για αμιγώς ιστορικούς λόγους, Λουκά μου» διευκρίνισε η Λίτσα αφήνοντας τον πρόεδρο με την ασίγαστη απορία.
Ελεύθερα, 11.01.2026
Persephone Voskou
The text presents a satire of Cypriot society and the political scene, through the narration of a series of absurd events taking place in Zalongo. The story focuses on the attempt of Giota, a hairdresser, to find her lost lover, Sotiris Thrasou, with the help of Saint Fanourios and a fanouropita (a traditional Cypriot cake). The whole process is full of exaggerations and ironies, with references to figures and programs of local government. Persephone Voskou, a former police sergeant and self-proclaimed poet, is presented as the first honored guest in the 'Golden Key of Zalongo' program, which provokes the reaction of those present. The text is a caustic critique of Cypriot reality, with emphasis on superficiality, indifference and lack of substantial content.
You Might Also Like
Φως ιλαρόν
Dec 31
Δημήτρης Μεσημέρης: Ανάμεσα στο τικ και το τακ κρύβονται τα ωραία της ζωής
Jan 1
Ναταλία Κρέκου: Η αληθινή τέχνη ξεκινά από τη στιγμή που τολμάς να είσαι ο εαυτός σου
Jan 6
Αποτύπωμα ανθρωπιάς η ζωή και η ποίηση του Μιχάλη Ζαφείρη
Jan 6
Λαχειοφόρος αγορά
Jan 7