Η άνοδος των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στην ελληνική αγορά δεν αποτελεί πλέον περιφερειακή τάση, αλλά βασικό πυλώνα της οργανωμένης λιανικής. Σήμερα, περισσότερα από ένα στα τέσσερα προϊόντα που τοποθετούν οι καταναλωτές στο καλάθι τους ανήκουν στην κατηγορία private label, δηλαδή σε σήματα που δημιουργούν, ελέγχουν και διαθέτουν αποκλειστικά οι ίδιες οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Η ενίσχυση αυτής της κατηγορίας δεν αποδίδεται σε αλλαγή προτίμησης εις βάρος των επώνυμων προϊόντων, αλλά στη συνεχιζόμενη πίεση που δέχεται η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Μπορέτο, managing director της Circana, η ιδιωτική ετικέτα κατέχει μερίδιο 27,5% σε αξία στην ελληνική αγορά και διατηρεί σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης. Καθοριστικός παράγοντας παραμένει η τιμή, καθώς στην Ελλάδα τα private label πωλούνται κατά μέσο όρο περίπου 30% φθηνότερα από τα επώνυμα προϊόντα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο όμιλος Σκλαβενίτης έχει διαμορφώσει ένα από τα πιο διευρυμένα χαρτοφυλάκια ιδιωτικής ετικέτας στην εγχώρια λιανική. Συνολικά 28 διαφορετικές μάρκες, που εκτείνονται από βασικά τρόφιμα έως λευκά είδη, απορρυπαντικά, είδη ένδυσης και μικροσυσκευές, συγκροτούν ένα παράλληλο εμπορικό οικοσύστημα στα ράφια της αλυσίδας.
Το οικονομικό αποτύπωμα αυτής της στρατηγικής είναι ιδιαίτερα ισχυρό. Οι ιδιωτικές ετικέτες του ομίλου αποφέρουν ετήσιες πωλήσεις της τάξης των 1,2 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 20% του συνολικού κύκλου εργασιών του. Για έναν όμιλο που εκτιμάται ότι έκλεισε το 2025 με τζίρο κοντά στα 6 δισ. ευρώ, το private label δεν αποτελεί πλέον συμπληρωματική δραστηριότητα, αλλά έναν από τους βασικούς πυλώνες της επιχειρηματικής του στρατηγικής.
Το χαρτοφυλάκιο των 28 brands καλύπτει πλέον σχεδόν κάθε ανάγκη του νοικοκυριού. Στα βασικά τρόφιμα ξεχωρίζει η Μαράτα, με παρουσία σε είδη παντοπωλείου, ζυμαρικά, όσπρια και προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης. Στα αλλαντικά κοπής χρησιμοποιείται η μάρκα Buenas, ενώ στα προϊόντα ζαχαροπλαστικής και γλυκών εμφανίζεται η Bonora. Στις τροφές για κατοικίδια συναντάται το σήμα Barron, ενώ στα γαλακτοκομικά καταγράφεται παρουσία της μάρκας Πιέστο. Παράλληλα, η ίδια η μάρκα Σκλαβενίτης καλύπτει ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, από ποτά και παγωτά έως όσπρια και ξηρούς καρπούς.
Στα αλκοολούχα ποτά εμφανίζεται το brand Ρόμβος, το οποίο περιλαμβάνει προϊόντα όπως τσίπουρο και ούζο, ενώ στο ελαιόλαδο ξεχωρίζει το σήμα Ανθέλα. Η στρατηγική της αλυσίδας, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο τρόφιμο. Στα απορρυπαντικά και τα προϊόντα καθαρισμού αξιοποιείται η μάρκα Drolio, στα καλλυντικά η Sette Elements, στα αναλώσιμα κουζίνας η Frogo και στα προϊόντα για ψήσιμο και μπάρμπεκιου το brand Captain Cook.
Η παρουσία του ομίλου επεκτείνεται και στον χώρο των ειδών σπιτιού. Τα οικιακά προϊόντα διατίθενται με τη μάρκα Kitten, ενώ στα λευκά είδη περιλαμβάνονται brands όπως Λήδα, Victoria Collection και Yasemi. Στην ένδυση, το χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει τις μάρκες Zedem και Motivo για ρούχα, τη Yassou Body για εσώρουχα, τη Cozy Socks για κάλτσες και τη Cozy για παντόφλες.
Παράλληλα, ο Σκλαβενίτης έχει επεκταθεί και σε κατηγορίες που παραδοσιακά δεν συνδέονται με τα σούπερ μάρκετ. Στα είδη γραφείου εμφανίζονται τα brands Stampa και Tickit, στα είδη πάρτι η Melody Time, ενώ στον εξοπλισμό κατοικίας περιλαμβάνονται τα Master Energy για μπαταρίες, Master Light για φωτιστικά και Margarit για μικρές ηλεκτρικές συσκευές κουζίνας. Στο χαρτοφυλάκιο εντάσσεται ακόμη και η μάρκα My Home & Garden για έπιπλα εξωτερικού χώρου.
Η ισχυρή θέση του ομίλου δεν περιορίζεται μόνο στην ανάπτυξη του private label. Σύμφωνα με έρευνα της Braincandy για το 2025, ο Σκλαβενίτης είναι η πρώτη αλυσίδα σούπερ μάρκετ που έρχεται αυθόρμητα στο μυαλό περίπου τεσσάρων στους δέκα καταναλωτές όταν καλούνται να κατονομάσουν μία αλυσίδα. Το ποσοστό αυτό ακολουθεί ανοδική πορεία από το 2014 μέχρι σήμερα, την ώρα που ανταγωνιστές του εμφανίζουν στάσιμη ή υποχωρητική εικόνα.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Το sklavenitis.gr βρίσκεται στην κορυφή μεταξύ των online παρόχων grocery, υπερέχοντας τόσο σε διείσδυση όσο και σε πιστότητα αγοραστών.
Η ανοδική τροχιά του ομίλου αποτυπώνεται και στη διεθνή κατάταξη των λιανεμπόρων. Στη μελέτη Global Powers of Retailing της Deloitte, ο ελληνικός όμιλος συγκαταλέγεται σταθερά τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους 250 ισχυρότερους retailers παγκοσμίως. Στην έκδοση του 2025, κατέλαβε την 212η θέση, βελτιώνοντας την κατάταξή του κατά 26 θέσεις σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Η κυρίαρχη αυτή θέση επιβεβαιώνεται και από τα οικονομικά του μεγέθη. Για το 2025, ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών του ομίλου εκτιμάται ότι έφτασε τα 6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση περίπου 8% σε ετήσια βάση. Η επίδοση αυτή ξεπέρασε τον ρυθμό ανάπτυξης της συνολικής αγοράς σούπερ μάρκετ, η οποία, σύμφωνα με τη Circana, ενισχύθηκε κατά περίπου 6,1%.
Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο αγοράς του ομίλου εκτιμάται ότι προσεγγίζει πλέον το 37%, επιβεβαιώνοντας την κυρίαρχη θέση του στη λιανική τροφίμων και την αποτελεσματικότητα μιας στρατηγικής που επενδύει σταθερά στις ιδιωτικές ετικέτες, στη διεύρυνση του χαρτοφυλακίου και στην ισχυρότερη σύνδεση με τον καταναλωτή.
Sklavenitis' 28 Private Label Brands Generate €1.2 Billion in Sales
The rise of private label products in the Greek market has become a key pillar of organized retail, now accounting for 27.5% of the value of products purchased by consumers. This increase is due to the pressure on household purchasing power, as private labels are on average 30% cheaper than branded products. The Sklavenitis Group has developed one of the most extensive private label portfolios in Greece, with 28 different brands covering a wide range of products, from food to household goods and clothing. Sklavenitis' private labels generate annual sales of €1.2 billion, representing 20% of the group's total turnover. The portfolio of 28 brands includes well-known brands such as Marata (food), Buenas (cold cuts), Bonora (sweets), Barron (pet food) and Sette Elements (cosmetics). Sklavenitis' strategy demonstrates the growing importance of private labels for the chain and its ability to meet consumer needs. The success of Sklavenitis' private labels demonstrates the change in consumer habits and the increasing acceptance of private label products as a reliable and affordable alternative to branded products. The chain continues to invest in the development and expansion of its private label portfolio, further strengthening its position in the market.