Τάνια Μάλιαρτσουκ, «Η ιστορία συνεχίζεται- Κάνουμε διάλειμμα για μιαν ανάσα», Εκδόσεις Εστία.
Επιχειρώντας να γράψω γι’ αυτό το βιβλίο, έχω την υποψία πως ό,τι πω θα είναι λίγο, αδύναμο και ψευδές. Το μόνο που με συγκρατεί και δεν τα παρατάω είναι ότι, έστω και μόνο σ’ αυτό, μοιάζω με την Τάνια Μάλιαρτσουκ. Κι αυτή, πίσω από κάθε της πρόταση, αμφιβάλλει για τη σκοπιμότητα, για το νόημα της γραφής, την ώρα που η χώρα της βομβαρδίζεται, η οικογένεια και οι φίλοι της τρέχουν στα καταφύγια, ενώ οι καλλιτέχνες της γενιάς της κινδυνεύουν και πεθαίνουν στην πρώτη γραμμή.
Καταλαβαίνω τι είναι οι ενοχές του ξενιτεμένου. Όταν έγραφα από την Κύπρο κείμενα για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, σχόλια όπως «με ποιο δικαίωμα μιλάς από απόσταση;» και «ευτυχώς για σένα έφυγες από εδώ, μείνε εκεί που είσαι και μη λες κουβέντα» με στενοχωρούσαν. Καμία σύγκριση βέβαια το μνημόνιο των δανειστών με τη φονική ρωσική εισβολή. Μετά τον Φεβρουάριο του ’22, η Μάλιαρτσουκ αδυνατεί να γράψει μυθιστορήματα και διηγήματα.
Η φαντασία είναι μια γιορτινή πολυτέλεια όταν η χώρα, η μνήμη και η ταυτότητά σου δέχονται πολεμική επίθεση. Δεν μπορεί όμως να αδρανήσει. Παρακολουθεί καθημερινά τα νέα από την πατρίδα της, αφουγκράζεται τις ιστορίες των ανθρώπων που επιβιώνουν μέσα στη φρίκη, μαζεύει και στέλνει χρήματα για βοήθεια. Επίσης, κάνει αυτό που γνωρίζει καλύτερα: γράφει παρεμβατικά κείμενα, όπως εκείνα που διαβάζουμε στη συλλογή που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά.
Η ιδέα που έχει η Μάλιαρτσουκ περί δημόσιου λόγου διαφέρει ριζικά από δοκίμια διαφώτισης ή απλής έκκλησης για συμπαράσταση. Η κριτική της ματιά ανατέμνει τα θεμέλια και τις τρέχουσες προκαταλήψεις του ίδιου της του εαυτού ταυτόχρονα με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της διαμόρφωσης του παρελθόντος και του παρόντος του ουκρανικού λαού.
Δεν υπάρχει περιορισμός στα υλικά που χρησιμοποιεί για να συνθέσει τις σύντομες αφηγήσεις της: Προσωπικές εξομολογήσεις και οικογενειακά μυστικά. Ξεχασμένοι λογοτέχνες, βιολόγοι, κοινωνικοί οραματιστές που «προσγειώθηκαν» στις στέπες της παγωμένης Σιβηρίας. Θραύσματα από τα πάθη Ουκρανών, Εβραίων, Κοζάκων, Πολωνών που κατοικούσαν στα χωριά και τις πόλεις του τόπου της. Αλλά και αποσπάσματα από διαλόγους συμπολιτών της: η καθημερινή αγωνία για επιβίωση και αξιοπρέπεια σε μια περίοδο που η Ιστορία έχει επιταχυνθεί και, την ίδια ώρα, με παράλογη σπουδή, ρίχνει σκυμμένη πάνω τους το αμείλικτο βλέμμα του θανάτου.
Η συγγραφέας στέκει σε έναν ερημικό τόπο ανάμεσα σε δύο απομακρυσμένες εποχές, σε δύο ανθρωπολογικούς ευρωπαϊκούς τύπους. Από τη μια μεριά, εκείνος που προσδιορίζεται από τον τόπο, τον χρόνο και την (προ)εθνική κοινότητα μέσα στην οποία γεννιέται.
Η μοίρα του και το εύρος των ελευθεριών του σφραγίζονται από τη γεωπολιτική εγγύτητα με ισχυρότερους πληθυσμιακά και στρατιωτικά λαούς. Θεωρεί και νιώθει τραγικό αλλά επιβεβλημένο το καθήκον να δώσει τα πάντα για την πατρίδα του και για τη βελτίωση των προοπτικών της γενιάς που θα έρθει μετά τη θυσία του.
Από την άλλη μεριά, ο κόσμος που μόλις περιγράψαμε, κι ας δεν έχει περάσει ούτε ένας αιώνας από τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, φαντάζει αδιανόητος και βάρβαρος. Το άτομο (πιστεύει ότι) έχει έλεγχο των ιδεών και των επιλογών του σε κάθε επίπεδο, ενώ η εξωτερική πραγματικότητα, λίγα μέτρα μακριά από το σώμα του, υπάρχει μόνο στον βαθμό που ο ίδιος αφήνει να τον επηρεάζει, με το μεγαλύτερο πρόβλημα (ειδικά για όσους έχουν κάποια οικονομική άνεση) να είναι ο αυτοπροσδιορισμός της ταυτότητας και η ψυχοσυναισθηματική προστασία της από τη διαφορετικότητα.
Αυτό που κάνει η Μάλιαρτσουκ δεν έχει τίποτα τετριμμένο, η ίδια δεν υπηρετεί σε ένα είδος ετερόνομης «εθνικής αποστολής». Ούτε όμως ενδίδει ποτέ σ’ αυτό τον τόσο μοδάτο μεταμοντερνισμό που, συγκολλώντας ετερόκλητα στοιχεία σαν να πρόκειται περί παιχνιδιού, προσβάλλει συχνά τη λογική μας (υποβάλλοντάς μας την ιδέα ότι την έχουμε υπερεκτιμημένη). Γράφει πάντα με συναίσθηση της σοβαρότητας των μεγεθών και των διακυβευμάτων, κάτι που φοβάμαι ότι πολλοί νέοι δυτικοί συγγραφείς αδυνατούν να το πετύχουν (προφανώς και γιατί δεν το θεωρούν αναγκαίο).
Η σύνθεση ποιητικότητας, χιούμορ, ενδοσκόπησης, ιστορικών αναδρομών και πολιτικοκοινωνικών διεισδυτικών παρατηρήσεων οικοδομούν ένα διακριτό ύφος που πιστεύω ότι θα απασχολήσει τους αναγνώστες και στο μέλλον (αν βέβαια υπάρχει ακόμα χώρος για τη λογοτεχνία).
Ελεύθερα, 18.1.2026
The Phantom of the Iron Curtain
In this book, Tanya Malyarchuk records her thoughts and feelings during the war in Ukraine. The author doubts the usefulness of writing in the face of destruction, but feels the need to share her experiences, as she did during the economic crisis in Greece, where she faced criticism for writing from a distance. The book is not fiction, as imagination seems a luxury in wartime, but a collection of interventionist texts that dissect Ukrainian identity, history, and social conditions. Malyarchuk uses personal testimonies, forgotten writers, and historical fragments to sketch the complexity of Ukraine. She examines the contrast between connection to place and national community, and the ability to overcome the boundaries set by geopolitical position and history. The book is an attempt to understand the tragedy experienced by Ukraine and to preserve the memory of the victims.
You Might Also Like
Social Media: Οι «απαγορευμένες» λέξεις που κόβει ο αλγόριθμος – Ειδικός του Διαδικτύου εξηγεί
Jan 2
Άννα Βαγενά: Πολιτική είναι η έγνοια για τους άλλους
Jan 12
Το Κρεμλίνο επιτίθεται τώρα και στο Φανάρι
Jan 13
Τα επικίνδυνα Υβρίδια
Jan 18
Βάλτερ Πούχνερ: Ζούμε εδώ και δεκαετίες την τυραννία του σκηνοθέτη
Jan 20