Των Christopher Helman και John Hyatt
Μετά την απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο το Σάββατο από τον αμερικανικό στρατό, οι παρατηρητές της Wall Street έσπευσαν να ανακηρύξουν τον μεγάλο νικητή: ο Paul Singer, ο διαχειριστής ενός hedge fund με καθαρή περιουσία 6,7 δισ. δολαρίων, γνωστός για τις επενδύσεις του σε προβληματικά assets σε όλο τον κόσμο. Η Amber Energy, μια νεοσύστατη εταιρεία με έδρα το Χιούστον που χρηματοδοτείται από την Elliott, αγόρασε πρόσφατα σε δημοπρασία του ομοσπονδιακού δικαστηρίου των ΗΠΑ τη βενεζουελάνικη πετρελαϊκή εταιρεία Citgo, η οποία διαθέτει τρία διυλιστήρια στη Λουιζιάνα, στο Τέξας και στο Ιλινόις, καθώς και ένα δίκτυο διανομής 4.000 πρατηρίων βενζίνης, έναντι 5,9 δισ. δολαρίων – αντίτιμο που πολλοί θεωρούν ευκαιρία.
Ο Singer, υποστηρικτής του Τραμπ, μπορεί πράγματι να είναι ο μεγάλος νικητής, αλλά δεν είναι ο μόνος μεγιστάνας της Wall Street που αναμένεται να επωφεληθεί από τη συμφωνία με τη Citgo. Το Forbes μίλησε με διάφορα άτομα που εμπλέκονται στη συμφωνία και αποδείχθηκε ότι υπάρχουν και άλλοι σημαντικοί παίκτες που υποστηρίζουν την προσφορά της Elliot και της Amber για τη διαχείριση της Citgo, πέρα από funds και επενδυτικές εταιρείες που αναμένεται να αποκομίσουν τεράστια κέρδη.
Σύμφωνα με άτομο με γνώση της συμφωνίας, η Elliott χρηματοδοτεί το ένα τρίτο του μετοχικού κεφαλαίου και ηγείται ενός κονσόρτιουμ της Wall Street. Σύμφωνα με δύο πηγές, στο κονσόρτιουμ συμμετέχει η Oaktree Capital Management, εταιρεία επενδύσεων με έδρα το Λος Άντζελες, υπό την ηγεσία των δισεκατομμυριούχων Howard Marks και Bruce Karsh. Στο κονσόρτιουμ συμμετέχει επίσης το hedge fund Silver Point Capital, με περιουσιακά στοιχεία αξίας 43 δισ. δολαρίων. Με έδρα το Γκρίνουιτς του Κονέκτικατ, η εταιρεία ιδρύθηκε και διευθύνεται από τους Ed Mulé και Robert O’Shea, πρώην συνεργάτες της Goldman Sachs.
Η Apollo Global Management, που διευθύνεται από έναν άλλο δισεκατομμυριούχο υποστηρικτή του Τραμπ, τον Marc Rowan (καθαρή αξία 8,3 δισ. δολάρια), ο οποίος ήταν και μεταξύ των υποψηφίων για υπουργός Οικονομικών, έχει αναλάβει τη χρηματοδότηση του χρέους, σύμφωνα με δύο άτομα με γνώση της συμφωνίας. Τα δικαστικά έγγραφα δείχνουν ότι αυτό σημαίνει ανάληψη από την Amber χρέους ύψους 3,8 δισ. δολαρίων και την έκδοση μετατρέψιμων ομολογιών ύψους 2,85 δισ. δολαρίων. Αναφέρεται επίσης μια επένδυση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 25 εκατ. δολαρίων από μια θυγατρική της Elliott.
Επιπλέον υπάρχουν παράγοντες και μεγιστάνες του ενεργειακού κλάδου που συνέβαλαν στην ίδρυση της Amber τον Αύγουστο του 2024, με ρητό σκοπό να υποβάλει προσφορά για τη Citgo. Πρόεδρος της Amber είναι ο Jeff Stevens, πρώην συνιδρυτής (μαζί με τον δισεκατομμυριούχο Paul Foster) της Western Refining το 1997, η οποία ξεκίνησε με ένα εργοστάσιο στο Ελ Πάσο του Τέξας. Ο Stevens και ο Foster πούλησαν το 2017 τη Western έναντι 6 δισ. δολαρίων στην Andeavor, την οποία τότε διηύθυνε ο Greg Goff, CEO της Amber. Δύο χρόνια μετά, πούλησαν την Andeavor στη Marathon Petroleum έναντι 36 δισ. δολαρίων.
Ο Goff και ο Stevens, που κράτησαν τις μετοχές της Marathon, γνώρισαν την ομάδα ενέργειας της Elliott, με επικεφαλής τον John Pike, όταν συστρατεύθηκαν εναντίον της Marathon. Αρχικά κατάφεραν να πιέσουν τον CEO Gary Heminger να αποσυρθεί το 2019. Το 2020 συνέβαλαν στην πώληση της θυγατρικής της Marathon, Speedway, η οποία λειτουργούσε 4.000 πρατήρια καυσίμων εκείνη την εποχή. Η Elliott επί χρόνια προωθούσε επίσης τη Phillips 66, στην οποία έχει μερίδιο αξίας 2,7 δισ. δολαρίων, και πίεζε για την πώληση περιουσιακών στοιχείων.
Η προσφορά της Amber για την Citgo ήταν αμφιλεγόμενη πολύ πριν την τελευταία κίνηση του Τραμπ. Μετά από μια δεκαετία δικαστικής διαμάχης και μια μακρά διαδικασία δημοπρασίας, ο ομοσπονδιακός δικαστής Leonard Stark στο Ντελαγουέρ εξέδωσε τη γνωμοδότησή του -168 σελίδων- με την οποία εξηγούσε το σκεπτικό της απόφασής του υπέρ της Amber, παρόλο που η προσφορά της ήταν κατά 2 δισ. δολάρια χαμηλότερη έναντι της προσφοράς άλλου ανταγωνιστή.
Ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της Citgo ήταν ένα κονσόρτιουμ με επικεφαλής τη μικρή καναδική εταιρεία εξόρυξης Gold Reserve (τα ορυχεία της απαλλοτριώθηκαν από τον πρώην πρόεδρο της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες το 2011). Αρχικά το κονσόρτιουμ το χρηματοδοτούσε και η Koch Industries. Ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Gold Reserve, Paul Rivett, είναι ακόμη θυμωμένος που δεν κέρδισε τη δημοπρασία με μια προσφορά ύψους περίπου 8 δισ. δολαρίων. “Γιατί η Citgo πηγαίνει σε έναν χαμηλότερο πλειοδότη;” διερωτάται ο Rivett, ο οποίος υποστηρίζει ότι είχε εξασφαλίσει χρηματοδότηση από την J.P. Morgan.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε το Καράκας ούτε η PDVSA (η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας) θα εισπράξουν δολάριο από τα 5,9 δισ. Όλο το ποσό προορίζεται να καλύψει τις απαιτήσεις μιας σειράς εταιρειών και επενδυτών που αγόρασαν ομόλογα εξασφαλισμένα με τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Μεταξύ των εταιρειών αυτών η ConocoPhillips, που αναμένεται να λάβει 1,4 δισ. δολάρια, η εισηγμένη στο Χρηματιστήριο του Βανκούβερ εταιρεία εξόρυξης Rusoro, η οποία θα εισπράξει σε μετρητά 400 εκατ. δολάρια και σε μετατρέψιμα ομόλογα 650 εκατ. δολάρια, και η Red Tree Investments, θυγατρική του hedge fund Contrarian Capital Management με έδρα το Γκρίνουιτς, η οποία αναμένεται να λάβει τουλάχιστον 330 εκατ. δολάρια. Μεγάλη κερδισμένη είναι και η Tenor Capital Management με έδρα τη Νέα Υόρκη, ένα hedge fund αξίας 9 δισ. δολαρίων που απέκτησε τις απαιτήσεις της εταιρείας εξόρυξης Crystallex κατά της Βενεζουέλας, μετά την κρατικοποίηση των προοπτικών εξόρυξης της χώρας από τον Ούγκο Τσάβες το 2011. Μετά από χρόνια που δαπανούσε χρήματα για τη δικαστική διαμάχη, η Tenor θα λάβει το μεγαλύτερο μερίδιο, ύψους άνω του 1 δισ. δολαρίων (από την Amber), που προορίζεται για την εξόφληση των απαιτήσεων της Crystallex.
Η Elliott έχει μεγάλη εμπειρία κινήσεων σε προβληματικές αγορές κρατικών ομολόγων. Ο Singer, που σήμερα είναι 81 ετών, αγόρασε τα προβληματικά κρατικά ομόλογα της Αργεντινής μετά την οικονομική κατάρρευση της χώρας το 2001 και τα κράτησε για πάνω από μια δεκαετία, πριν τελικά τα πουλήσει το 2016 συγκεντρώνοντας 2,4 δισ. δολάρια, ενώ τα είχε αγοράσει έναντι 117 εκατ. δολαρίων. Η ονομαστική τους αξία ήταν 617 εκατ. δολάρια.
Η Oaktree έχει επίσης προηγούμενη εμπειρία στη Βενεζουέλα, όπου εξαγόρασε μια προβληματική εταιρεία υποθαλάσσιων πετρελαϊκών υπηρεσιών το 2010. Ο Goff δεν φαίνεται να θέλει να διαλύσει τη Citgo. Αντιθέτως, θέλει να αποκτήσει και να βελτιώσει τα πρώην εργοστάσιά της, τα οποία μπορούν να επεξεργαστούν περίπου 800.000 βαρέλια την ημέρα. “Ανυπομονούμε να συνεργαστούμε με την ταλαντούχα ομάδα της Citgp για να ενισχύσουμε την επιχείρηση μέσω επενδύσεων κεφαλαίου και λειτουργικής ποιότητας”, σχολίασε ο Goff σε δελτίο τύπου που εξέδωσε η Amber.
Πριν από δεκαετίες, πριν από τις κυρώσεις, τα διυλιστήρια είχαν προσαρμοστεί για να επεξεργάζονται το βαρύ όξινο αργό της Βενεζουέλας. Λόγω των αμερικανικών κυρώσεων, το έχουν αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό με πετρέλαιο από τις ΗΠΑ, το Μεξικό και τον Καναδά. Το αν θα επιστρέψουν στο αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας εξαρτάται από την άρση των κυρώσεων και από το πόσο φθηνά θα μπορούν να το προμηθευτούν. Εάν η Amber μπορέσει να εκμεταλλευτεί την άφθονη προσφορά πετρελαίου σε μειωμένες τιμές, αυτό θα μπορούσε να της εξασφαλίσει μεγάλα κέρδη.
Ενώ η Elliot καταβάλλει 5,9 δισ. δολάρια, η Citgo μπορεί να αξίζει πολύ περισσότερα. Τα εργοστάσια της Citgo είχαν αναβαθμιστεί για την επεξεργασία βαρέος αργού από τη Βενεζουέλα πριν από την επιβολή των αμερικανικών κυρώσεων το 2019, και σύντομα θα μπορούσαν να το κάνουν ξανά, καθώς ο Τραμπ επιδιώκει να επαναφέρει τις εισαγωγές αργού από τη Βενεζουέλα. Αναλυτές που αναφέρονται σε δικαστικά έγγραφα εκτιμούν την αξία της Citgo μεταξύ 11 και 13 δισ. δολαρίων.
Τον τελευταίο χρόνο, τα EBITDA της Citgo ανήλθαν σε περίπου 1 δισ. δολάρια, που σημαίνει ότι η Amber πληρώνει περίπου 6x τα ΕBITDA για να αγοράσει τα περιουσιακά στοιχεία. Φαίνεται να είναι ένα καλό discount σε σύγκριση με τις κορυφαίες εταιρείες διύλισης της Αμερικής, όπως η Valero και η Marathon, που διαπραγματεύονται 11 και 10x τα EBITDA, ενώ οι μικρότερες PBF και Delek διαπραγματεύονται σημαντικά υψηλότερα λόγω των μειωμένων κερδών.
Ένας άλλος δείκτης που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η αξία ενός βαρελιού ημερήσιας παραγωγικής ικανότητας διύλισης πετρελαίου. H συμφωνία αποτιμά τη Citgo σε 7.300 δολάρια ανά βαρέλι που διυλίζεται καθημερινά. Ποσό που έχει αντιστοιχία με εταιρείες όπως η Valero Energy, η οποία επεξεργάζεται 3,2 εκατ. βαρέλια την ημέρα από 15 διυλιστήρια και η επιχειρηματική της αξία (ίδια κεφάλαια συν χρέος) ανέρχεται στα 52 δισ. δολάρια. Αυτό ισοδυναμεί με περίπου 16.000 δολάρια ανά βαρέλι την ημέρα.
Ορισμένες εταιρείες ίδιας κατηγορίας με τη Citgo διαπραγματεύονται σε πολύ υψηλότερες τιμές. Η HF Sinclair, με 700.000 βαρέλια ημερησίως (αλλά και περισσότερα περιουσιακά στοιχεία σε αγωγούς), βρίσκεται στα 15.000 δολάρια ανά βαρέλι την ημερα. Η Delek, με παραγωγή 400.000 βαρέλια ημερησίως, αποτιμάται στα 13.000 δολάρια το βαρέλι ημερησίως. Αυτό σημαίνει ότι αν ο Goff και η ομάδα του καταφέρουν να βελτιώσουν τις λειτουργίες των εργοστασίων της Citgo και αξιοποιήσουν τα EBITDA της εταιρείας ύψους 1 δισ. δολαρίων, θα μπορούσαν να προσθέσουν δισεκατομμύρια στην αξία της Amber.
Η Amber, η Elliott και ο Stevens αρνήθηκαν να σχολιάσουν επίσημα τη συμφωνία, δεδομένου ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Πιθανώς έξυπνη κίνηση, δεδομένου ότι υπάρχει πάντα η πιθανότητα να γίνει έφεση και να ανατραπεί η απόφαση του δικαστή Stark ή να επανεξεταστεί η πώληση λόγω γεωπολιτικών αλλαγών. Η νέα πρόεδρος της Βενεζουέλας, Delcy Rodriguez, δήλωσε πρόσφατα ότι η Βενεζουέλα δεν αναγνωρίζει και δεν θα αναγνωρίσει την αναγκαστική πώληση της Citgo και επίσης θα εφεσιβάλλει την απόφαση του δικαστή Stark. Η PDVSA, η οποία ήδη υποστήριξε στο δικαστήριο ότι η Citgo πωλείται σε υπερβολικά χαμηλή τιμή, υποστηρίζει ότι η Βενεζουέλα θα πρέπει να λάβει μέρος των κερδών.
Wall Street Titans Benefit from Citgo Acquisition After Venezuela Intervention
The American company Amber Energy, funded by the hedge fund Elliott, acquired Citgo, the Venezuelan oil company, for $5.9 billion. This deal is expected to generate significant profits for various Wall Street tycoons, including Paul Singer, Howard Marks, Bruce Karsh, Ed Mulé, Robert O’Shea, and Marc Rowan. Amber was funded by a consortium including Elliott, Oaktree Capital Management, and Silver Point Capital, while Apollo Global Management financed the deal's debt. The founding of Amber in August 2024 was explicitly aimed at bidding for Citgo, with leading figures from the energy sector contributing to its establishment.
You Might Also Like
Ροντριγκεζ-Ματσάδο: Oι δύο ισχυρές γυναίκες της επόμενης μέρας στη Βενεζουέλα
Jan 4
Ροντριγκεζ – Ματσάδο: Ποιες είναι οι δύο ισχυρές γυναίκες της επόμενης μέρας στη Βενεζουέλα
Jan 4
Ροντριγκεζ-Ματσάδο: Oι δύο ισχυρές γυναίκες της επόμενης μέρας στη Βενεζουέλα
Jan 4
Ο Μαδούρο, οι ΗΠΑ και το πετρελαϊκό σοκ που δεν μπορεί να υπολογίσει η Κίνα
Jan 7
Κίνα: Ο μεγαλύτερος πελάτης της Βενεζουέλας δεν την έχει πλέον ανάγκη
Jan 9