Σήμερα, ασκώ το δικαίωμα στην οργή. Έστω ως γραφιάς. Έστω απ’ αυτή τη στήλη. Όχι, το δεύτερο επεισόδιο της οικογενειακής παρωδίας «This is Cyprus» δεν με αιφνιδίασε σε σχέση με το πώς γίνονται οι μεγάλες δουλειές στη μαρτυρική μας νήσο. Με ξάφνιασε, όμως, η παντελής έλλειψη αυτοπροστασίας των πρωταγωνιστών του που αραδιάζουν τα πάντα στον πρώτο τυχόντα χωρίς να αγχώνονται αν θα εκτεθούν.
Είναι η τύφλωση των αμάλθειων χρημάτων; Είναι η αίσθηση ότι είναι άτρωτοι; Έχει ενδιαφέρον να δούμε τι λένε οι ψυχολόγοι για αυτό. Αλλά, πάλι, η απληστία της εξουσίας και ο πολιτικός αριβισμός είναι πολιτικά ζητήματα, όχι ψυχολογικά προβλήματα.
Όταν ήμουν οργισμένο νιάτο, ο περίγυρός μου γνωμάτευε: «θα μεγαλώσεις και θα ηρεμήσεις».
Τελικά, μεγάλωσα. Και όχι μόνο δεν «ηρέμησα», αλλά εξοργίζομαι κάθε μέρα και περισσότερο. «Δεν έχω παράπονο» αλλά και μόνο αυτή μου η φράση ενδεικνύει την κουλτούρα των μειωμένων προσδοκιών στην οποία έχω υποταγεί.
Τις προάλλες διάβαζα ότι, στην Κύπρο, το πλουσιότερο 10% κατέχει το 67% του πλούτου της χώρας. Τις ίδιες περίπου μέρες, διάβασα το «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» του Εντουάρ Λουί (εκδ. Αντίποδες, μτφρ. Στέλλα Ζουμπουλάκη).
Ο Λουί αυτοβιογραφείται μέσα από τη βιογραφία του πατέρα του, ενός ταπεινωμένου ανθρώπου από το γκρίζο, μίζερο γαλλικό βιομηχανικό βορρά. Ο πατέρας του, όπως όλοι οι αρσενικοί ανιόντες του, ήταν εργάτης σε εργοστάσιο. Μια μέρα, τον πλάκωσε ένα κοντέινερ αφήνοντάς τον ανάπηρο. Στα νιάτα του, πίστεψε για λίγο ότι μπορεί να αποφύγει την καταδίκη: «Εσύ πάλεψες για πέντε χρόνια με όλες σου τις δυνάμεις να είσαι νέος, έφυγες για να πας να ζήσεις στον Νότο της Γαλλίας. […] Ένιωθες πως ήταν κάτι που έκλεβες. […] Υπάρχουν εκείνοι στους οποίους η νεότητα χαρίζεται κι εκείνοι που το μόνο που μπορούν είναι να προσπαθήσουν να την κλέψουν. […] Μόνο εκείνοι στους οποίους δόθηκαν τα πάντα από την αρχή μπορούν να αισθάνονται πραγματικό αίσθημα κυριότητας, οι υπόλοιποι όχι».
Ο συγγραφέας ανήκει στη γενιά της πολυκρίσης. Επιζητά την προσωποποίηση των ευθυνών. Δεν αρκείται στην ανάλυση της κατάρρευσης με κλασικούς όρους πολιτικής οικονομίας: «Ολάντ, […] Σαρκοζί, Μακρόν, Σιράκ. Η ιστορία του πόνου σου έχει ονόματα. Η ιστορία της ζωής σου είναι η ιστορία αυτών των ανθρώπων που διαδέχονταν ο ένας τον άλλον για να σε ρίξουν κάτω. […] Γιατί δεν αναφέρουμε ποτέ αυτά τα ονόματα σε μια βιογραφία; […] Υπάρχουν δολοφόνοι που δεν κατονομάζονται ποτέ για τους φόνους που διέπραξαν, […] που ξεφεύγουν από την ντροπή […] χάρη στη λήθη. […] Εγώ δεν δέχομαι να ξεχαστούν. Θέλω αυτά τα ονόματα να μείνουν τόσο αξέχαστα όσο […] ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης».
Παρακολουθώντας τη «συνοπαρτζ̌ιά» του Προεδρικού να πίνει στην υγειά των κορόιδων, αναρωτιέται κανείς αν η πολιτική έχει τον παραμικρό αντίκτυπο στη δική τους ζωή. Όπως π.χ. έχει για τον πατέρα του συγγραφέα: «Μια μέρα, το φθινόπωρο, η επιδότηση για την επιστροφή στο σχολείο […], αυξήθηκε σχεδόν εκατό ευρώ. Είχες τρελαθεί από τη χαρά σου […]: «Φύγαμε για τη θάλασσα!». […] Όλη η μέρα ήταν γιορτή. Σε εκείνους που τα έχουν όλα, δεν έχω δει ποτέ οικογένεια να πηγαίνει στη θάλασσα για να γιορτάσει μια πολιτική απόφαση, επειδή για κείνους η πολιτική δεν αλλάζει σχεδόν τίποτα».
Και μοιραία σκέφτομαι την κυπριακή ελίτ, το περιούσιο 10%, που δεν κοιτά απλά τη δουλειά της. Σκοτώνει το όποιο μέλλον μπορεί να έχει αυτός ο τόπος. Για το 90% όμως, αυτό το μέλλον είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
«[…] Οι κυρίαρχοι μπορούν να παραπονιούνται για μια αριστερή κυβέρνηση, […] για μια δεξιά κυβέρνηση, αλλά καμία κυβέρνηση δεν τους διαλύει ποτέ τα σωθικά, καμία κυβέρνηση δεν τους κάνει ποτέ να πάνε στη θάλασσα. […]. Για τους κυρίαρχους η πολιτική είναι συνήθως ζήτημα αισθητικής. Για εμάς, ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου».
Αυτά τα λίγα και εκτονωτικά, μέχρι το επόμενο πολυαναμενόμενο επεισόδιο.
Ελεύθερα, 18.1.2026
Who Killed Cyprus?
In a strongly critical statement, the author expresses their anger at the situation in Cyprus, characterizing the political and economic reality as a “farce.” They question the sense of impunity that permeates the powerful and highlight the lack of accountability for their actions. The author refers to the growing inequality, with the richest 10% owning 67% of the country's wealth, and links this situation to their personal experience and the need to identify those responsible for the social collapse. Drawing parallels between the situation in Cyprus and France, the author emphasizes the need to name the “killers” responsible for the pain and misery of the people.
You Might Also Like
«Η αγάπη δεν χρειάζεται όπλα ή νίκες»: Στο ποίημά της για την ειρήνη, η Birgul Kilich Yildirim απευθύνεται στον εγγονό της
Jan 4
Αποτύπωμα ανθρωπιάς η ζωή και η ποίηση του Μιχάλη Ζαφείρη
Jan 6
Τζόζη Χριστοδούλου: Οι διακρίσεις πάντα μου ξυπνούσαν το ένστικτο να αντιδράσω
Jan 8
Άννα Βαγενά: Πολιτική είναι η έγνοια για τους άλλους
Jan 12
Θεοδόσης Τάσιος: Η απαισιοδοξία είναι καθήκον
Jan 13