«Ό,τι έκτισες στα πιο δημιουργικά σου χρόνια, είναι πλέον στα χέρια των Τούρκων», μου λέει κάποιος στις 5 Αυγούστου του ’74. Βέβαια, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Είναι αλήθεια ότι την όμορφη πατρίδα μας την ευνόησε η ιστορία αλλά την αδίκησε η γεωγραφία.
“Ζούσα σε ένα παλιό νησιώτικο αρχοντικό είκοσι δύο υπνοδωματίων. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσα να πω «σπίτι μου σπιτάκι μου» αλλά και ούτε «home, sweet home» αφού τα βράδια, όταν πήγαινα για ύπνο περνούσα ανάμεσα από ειδώλια και προτομές της κλασικής και της ελληνιστικής περιόδου. Με τους φίλους μου, δεν παίζαμε ποτέ μέσα στο σπίτι γιατί κινδύνευαν τα εκθέματα. Παίζαμε πάντα στον κήπο.
Οι γονείς μου ωστόσο ήταν αυτοί που μου ενέπνευσαν την αγάπη για τις αρχαιότητες που με περιέβαλλαν, όπως και για την Κύπρο και την ιστορία της. Το ενδιαφέρον μάλιστα της μητέρας μου για τη λαϊκή τέχνη οδήγησε στην ίδρυση του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης στο Αυγόρου. Από την άλλη, η αρχαιολογία δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο για ένα παιδάκι, αν μη τι άλλο δεν είναι «χρωματιά». Έτσι γέμιζα το δωμάτιο μου με χρωματιστά αντίγραφα έργων τέχνης.
Αυτό δεν ήταν άλλο παρά η έναρξη μιας συλλογής, η απαρχή κατά κάποιον τρόπο της Πινακοθήκης που δημιούργησα αργότερα στη Γλυφάδα Αττικής, συμπληρώνοντας έτσι το τρίπτυχο αρχαιολογία- λαογραφία- σύγχρονη ελλαδική και κυπριακή τέχνη.
Η παιδική μου ηλικία χαρακτηριζόταν από αθωότητα. Μιλώ για τη γενιά αμέσως μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήμασταν τέσσερις φίλοι, πολύ κοντά ο ένας στον άλλο: ο μακαριστός Στέλιος Λυσιώτης, ο ξάδελφος μου Δημήτρης Χαχολιάδης, ο Μπενίτο Μαντοβάνι κι εγώ. Βρισκόμασταν σχεδόν κάθε απόγευμα και παίζαμε το παιχνίδι των πόλεων. Πολύ μικρός, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δηλαδή, επισκέφθηκα το Λονδίνο το οποίο με εντυπωσίασε. Φανταστείτε ότι ακόμα και η Oxford street ήταν βομβαρδισμένη από τα γερμανικά Ζέπελιν.
Μεγάλα καταστήματα, θυμάμαι, όπως το John Lewis μεταξύ άλλων, ήταν τελείως κατεστραμμένα. Το Selfrigdes εντούτοις, δεν είχε υποστεί ζημιές. Δεν το πείραξαν οι βόμβες των Γερμανών. Όπως κι’ αν έχει το πράγμα, το Λονδίνο ήταν η μεγαλούπολη η οποία με κατέκτησε απολύτως. Αυτός ήταν και ο λόγος που το επέλεξα για τις ανάγκες του παιχνιδιού και τους εικονικούς – με στρατιωτάκια – πολέμους με τις άλλες πόλεις που οι τρεις μου φίλοι πρέσβευαν: την Αθήνα, την Μαδρίτη και τη Νέα Υόρκη.
Ο πατέρας μου δεν μου αγόραζε ποτέ δώρα. Μου έδινε χρήματα για να τα παίρνω εγώ. «Πού να τρέχω να βρω δώρα για το παιδί» έλεγε. Ήταν βέβαια άλλες εποχές τότε. Έτσι όταν κάποιος μου χάριζε στρατιωτάκια, το θεωρούσα πολύ τιμητικό. Ήταν κάτι που μου προξενούσε ιδιαίτερη χαρά και μου πρόσφερε μεγάλη ευχαρίστηση. Η θεία μου Λιλίκα Ταβερνάρη, ζούσε τότε στην ανθούσα Αλεξάνδρεια. Μιλώ για την περίοδο 46-52. Ερχόταν συνήθως με τον αείμνηστο γιο της Γιάννη Χρίστου για καλοκαιρινές διακοπές στις Πλάτρες. Σε ένα από τα ταξίδια τους στο νησί, μου έφεραν ολόκληρη στρατιωτική μπάντα με επικεφαλής έναν μαέστρο τον οποίο έχρισα βασιλιά του Λονδίνου. Οι φίλοι μου είχαν επίσης εξαιρετικούς βασιλείς με λοφία, με σπαθιά κ.λπ.
Ο δικός μου υστερούσε πολύ. Αυτό με έκανε να νιώθω μειονεκτικά. Αργότερα όμως ο πατέρας μου επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στο εξωτερικό, μου χάρισε έναν υπέροχο βασιλέα, τον οποίον αγόρασε από τους Hamleys του Λονδίνου. Ήταν από μολύβι, χρωματισμένος. Έχει δίκιο η βασίλισσα Ελισάβετ που λέει ότι είναι το ωραιότερο κατάστημα παιχνιδιών στον κόσμο. Ένας παράδεισος για τα παιδιά. Μου έφερε, που λες, το στρατιωτάκι αυτό λέγοντας μου: «να έχεις κι’ εσύ βασιλιά». Κατενθουσιασμένος, το πήρα στα χέρια μου και το βάφτισα Κάρολο. Έτσι ο Κάρολος κοσμούσε το δικό μου Λονδίνο. Του έκανα μάλιστα ένα βασιλικό γιοτ με κουτί σαπουνιού Vignolia.
Κάποια στιγμή, γύρω στα έντεκα μου, ήρθαν να βάψουν το εσωτερικό του σπιτιού. Και φυσικά το Λονδίνο «μετακινήθηκε», όπως και τα υπόλοιπα πράγματα μου. Ένας όμως από τους μπογιατζήδες μου έκλεψε τον Κάρολο. Η λύπη μου ήταν αφάνταστη. Αλλά αυτό που επιδείνωσε περισσότερο την κακή μου διάθεση ήταν η θέση του πατέρα απέναντι μου.
«Είσαι απρόσεκτος. Τον έσπασες και τα κομμάτια τα φύλαξες ή τα πέταξες», μου έλεγε επίμονα. Έμπαινα στο μικρό εκκλησάκι του σπιτιού και παρακαλούσα τον Θεό να τον κάνει να με πιστέψει. Ποτέ δεν κατάφερνα να λέω ψέματα, κοκκίνιζα. Μέχρι και σήμερα θυμάμαι με πόνο ψυχής τους καταλογισμούς του. Όπως και να έχει το πράγμα, η απουσία του Καρόλου έμεινε βαθιά στη ψυχή μου. Ούτε που σκέφτηκα να τον αντικαταστήσω.
Προ μηνών, βρέθηκα έξω από ένα παλαιοπωλείο της Λάρνακας, με τον πολύ αγαπημένο μου εννιάχρονο βαφτιστικό Παναγιώτη Γρέκη, του οποίου είμαι και ο τρίτος παππούς. Μου λέει: «παππού, να μπούμε να δούμε κάτι ωραία αυτοκινητάκια που πήρε το μάτι μου»;
Μπαίνουμε λοιπόν στο κατάστημα. Εγώ κοιτώ παλιά ολλανδικά πιάτα Royal Delft ενώ ο μικρός πέφτει πάνω σε κάτι μολυβένιους στρατιώτες. Ξαφνικά φωνάζει: «παππού, παππού, σου βρήκα τον Κάρολο». Πηγαίνω προς το μέρος του και διαπιστώνω ότι το στρατιωτάκι που μου έδειχνε ήταν πανομοιότυπο με αυτό που είχα χάσει πριν χρόνια. Το κοίταξα με συγκίνηση.
Ακόμα και τώρα που το λέω συγκινούμαι. Ήταν κάτι το συγκλονιστικό. Είχα μπροστά μου ένα στρατιωτάκι με λοφίο και σπαθί. «Πάρε το, παππού», μου λέει. Το κράτησα για λίγο στην παλάμη και το ρώτησα: «Να σε πάρω»; «Όχι», μου απαντά. «Γιατί δε θα ξεχάσεις ποτέ αυτό που είχες, το πρώτο». Έτσι το έβαλα ξανά στη θέση του.”
Την πιο πάνω αφήγηση μου παραχώρησε ο κ. Δημήτρης Πιερίδης στις 27 Ιουνίου 2018 στην οικία του στη Λάρνακα. Εστιάζω στην καταληκτική του θέση μέσα από την οποία διαφαίνεται η αψήφηση της επιθυμίας ανάκτησης ενός απωλεσθέντος αντικειμένου προκειμένου να διατηρηθεί το μνημονικό του ίχνος.
Παράλληλα μέσα από την ίδια θέση επιβεβαιώνεται αυτό που έλεγε ο Μπωντριγιάρ: Περιττό να είμαστε νοσταλγικοί. Έχουμε θεμελιώσει μια άλλη οργάνωση που έχει δημιουργήσει ένα γραμμικό σύστημα αναντίστρεπτο. Ας θυμόμαστε λοιπόν χωρίς απαραίτητα να νοσταλγούμε.
Πηγή: Ζαν Μπωντριγιάρ, Συνθήματα, μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2002
Ελεύθερα, 11.01.2026
Ο μικρός Κάρολος του Δημήτρη Πιερίδη
Ο Δημήτρης Πιερίδης αναπολεί την παιδική του ηλικία στην Κύπρο, περιγράφοντας μια ζωή περιτριγυρισμένη από αρχαιότητες και τέχνη. Μεγαλώνοντας σε ένα παλιό αρχοντικό, η παιδική του φαντασία τροφοδοτήθηκε από τα εκθέματα και τους κήπους. Οι γονείς του ενέπνευσαν την αγάπη του για την ιστορία και την τέχνη, με τη μητέρα του να ιδρύει ένα Μουσείο Λαϊκής Τέχνης. Ο Πιερίδης περιγράφει το παιχνίδι των πόλεων με τους φίλους του, χρησιμοποιώντας το Λονδίνο ως το βασίλειό του, και την αξία των δώρων, όπως μια στρατιωτική μπάντα που έλαβε από τη θεία του. Η αφήγηση είναι μια νοσταλγική αναδρομή σε μια αθώα εποχή, διανθισμένη με ιστορικές αναφορές και προσωπικές εμπειρίες.
You Might Also Like
Από Λευκορωσία στην Κύπρο, με ‘αποστολή’ να προωθήσει το ποδόσφαιρο – Η εξομολόγηση ζωής της Κριστίνα Κοζέλ στο S&G
Δεκ 28
Δημήτρης Μεσημέρης: Ανάμεσα στο τικ και το τακ κρύβονται τα ωραία της ζωής
Ιαν 1
Λένα Πλάτωνος: Η μουσική μέσα μου ρέει όπως το αίμα
Ιαν 5
Ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι
Ιαν 9
Τζωρτζίνα Λιώση: Η πυρκαγιά στο Μάτι μου πυροδότησε τις κρίσεις πανικού
Ιαν 12