…ερτζιανά και άλλα, όπως τότε που μικροί παραθεριστές στο πιο ψηλό χωριό της Κύπρου, τον Πρόδρομο, πιάναμε Αίγυπτο, κι ακούγαμε με σχετική ευκρίνεια στο ελληνικό πρόγραμμα του Καΐρου αξέχαστα σουξέ της εποχής.
«Άναψε το τσιγάρο, δώσ’ μου φωτιά / Έχω μεγάλο ντέρτι μες την καρδιά», στην πρώτη μάλιστα εκτέλεση, εκείνη με τον Ζαγοραίο και τη Γιούλα Ανδρεάδου του 1958.
Κι ας μην είμασταν ακόμα καπνιστές. Αλλά κι από τη Βηρυτό ο σταθμός του Λιβάνου, το «Radio Liban», Libanaise γαλλιστί, διέθετε ένα εξαιρετικά δημοφιλές ελληνικό πρόγραμμα, για όλη τη Μέση Ανατολή. Απ’ εκεί μας έφταναν οι διεθνείς επιτυχίες των Aphrodite’s Child, με τη χαρακτηριστική φωνή του Ντέμη Ρούσου και τον πρώιμο Βαγγέλη.
Αργότερα, με το τσιγάρο πια στο στόμα, απελεύθεροι και δήθεν «ανεξάρτητοι», ψάχναμε τα «top twenty» στους στρατιωτικούς σταθμούς των Εγγλέζων, ενώ κάποιοι άλλοι, εντελώς φευγάτοι, γύρευαν την αλήθεια τους στις ψυχροπολεμικές συχνότητες της Μόσχας και των Τιράνων του Ενβέρ Χότζα.
Προς το τέλος της δεκαετίας και τις αρχές των ’70s άρχισε να ακούγεται ευκρινέστερα και η ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle από την Κολωνία, που με την αντιχουντική στάση της, γινόταν ολοένα και πιο δημοφιλής ανάμεσα στους όπου γης αντιφρονούντες, εντός και εκτός Ελλάδος.
Εκατομμύρια Έλληνες άκουγαν τότε την DW, καθημερινά στα βραχέα, ιδίως μετά το 1969, χρονιά που η πολιτική διεύθυνση του σταθμού έδωσε το πράσινο φως στην ελληνική σύνταξη για έναν απερίφραστο πια αγώνα ενάντια στη Χούντα. Όπως κι έγινε.
Με τη δύναμη του λόγου, εξαίρετοι Έλληνες δημοσιογράφοι και διανοούμενοι, εξόριστοι ή αυτοεξόριστοι τότε, έγραψαν ιστορία, κάτι που μπορεί δικαίως να θεωρηθεί ως η πρώτη θετική επένδυση της μεταπολεμικής Γερμανίας στην Ελλάδα, μετά την τραυματική εμπειρία της ναζιστικής κατοχής.
Ας μην ξεχνούμε πως μόλις μπήκαν στην Αθήνα τον Απρίλη του 1941, ένα από τα πρώτα σημεία που κατέλαβαν οι Γερμανοί ήταν ο ραδιοφωνικός σταθμός, ενώ η καταστροφή του πομπού στα Νέα Λιόσια ήταν μια από τις τελευταίες τους πράξεις.
Ως εκ τούτου, η τήρηση μιας ξεκάθαρης αντιχουντικής στάσης συνιστούσε μια διορθωτική κίνηση, τουλάχιστον εκ μέρους της Δυτικογερμανικής ραδιοφωνίας, παρά το γεγονός πως εν καιρώ ψυχρού πολέμου αυτό σήμαινε και την υπονόμευση κυβέρνησης συμμάχου χώρας.
Σ’ αυτή την υπέρβαση συνέτεινε και το γεγονός πως μετά το ’69 οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες έγιναν κυβέρνηση, με καγκελλάριο τον Βίλλυ Μπράντ, έναν πολιτικό με αντιστασιακό παρελθόν και ειλικρινή προσωπική συμπάθεια για τους πολιτικά διωκόμενους, όπως ήταν εν πολλοίς οι συνεργάτες της ελληνικής εκπομπής, με αποτέλεσμα αυτή να αποκτήσει πολιτική σημασία συγκρίσιμη μ’ εκείνη των άλλων πολιτιστικών φορέων στην Ελλάδα, όπως είναι το Ινστιτούτο Γκαίτε, οι γερμανικές σχολές και το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Εξού και οι έντονες διαμαρτυρίες που προκάλεσε η πρόσφατη γνωστοποίηση της απόφασης της διεύθυνσης του σταθμού να καταργήσει την ελληνική υπηρεσία, εξήντα δυο χρόνια μετά την έναρξή της το ’64. Ανάμεσα σ’ αυτούς που εξέδωσαν σχετικές ανακοινώσεις είναι και η Ένωση Συντακτών Κύπρου.
Και υπάρχει λόγος, αν αναλογιστούμε πως με την πτώση της χούντας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα το 1974, η Κύπρος έμεινε σχετικά ακάλυπτη δημοσιογραφικά, με λαμπρή εξαίρεση τη γνωστική παρουσία του Βάσου Μαθιόπουλου (1928-2013), προσωπικού φίλου του Βίλλυ Μπράντ, που συνέχισε να πληροφορεί τους Έλληνες αποδήμους κυρίως για την τύχη του Κυπριακού, αλλά και το ευρύτερο γερμανικό κοινό ως προσκεκλημένος στην τότε δημοφιλή κυριακάτικη εκπομπή του ARD, το γνωστό «Internationale Frühschoppen».
Κι όχι μόνο. Πολλοί θα θυμούνται τα σχόλιά του απ’ εκείνη τη σαραντάλεπτη ελληνική εκπομπή του Μονάχου, την καθημερινή εκπομπή των «οκτώ και είκοσι», που κάλυπτε ακόμα και το κυπριακό πρωτάθλημα, σε καιρούς μιντιακά λειψούς.
Ο ίδιος έγραψε μάλιστα κι ένα βιβλίο με τον ανησυχητικό τίτλο: «Θα χάσουμε την Κύπρο;» 1998, από τις εκδόσεις Λιβάνη.
Ποιος ξέρει, μπορεί και όχι.
Ελεύθερα, 15.03.2026
Στα βραχέα…
Το άρθρο είναι μια νοσταλγική αναδρομή στις εποχές που οι βραχυχόροι ραδιοφωνικοί σταθμοί ήταν η κύρια πηγή ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, ιδιαίτερα για τους Έλληνες που ζούσαν στο εξωτερικό. Ο συγγραφέας περιγράφει πώς άκουγε ελληνικά προγράμματα από το Κάιρο, τον Λίβανο και τη Γερμανία, χρησιμοποιώντας ραδιόφωνα βραχέων κυμάτων. Ειδική μνεία γίνεται στην ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle (DW), η οποία, με την αντιχουντική της στάση, έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η DW προσέφερε μια εναλλακτική πηγή πληροφοριών και στήριξε τους αντιφρονούντες, ενώ η γερμανική κυβέρνηση, μετά το 1969, υποστήριξε την ελληνική εκπομπή ως μια μορφή αποκατάστασης των σχέσεων με την Ελλάδα. Ο συγγραφέας εκφράζει τη λύπη του για την πρόσφατη απόφαση της DW να καταργήσει την ελληνική υπηρεσία, μετά από 62 χρόνια λειτουργίας. Η κατάργηση αυτή θεωρείται ως μια απώλεια για τους Έλληνες του εξωτερικού και για όσους εκτιμούν την προσφορά της DW στην ελληνική κοινωνία. Το άρθρο αναδεικνύει τη σημασία των βραχυχόρων ραδιοφωνικών εκπομπών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής προόδου, καθώς προσέφεραν μια φωνή στους Έλληνες που ζούσαν μακριά από την πατρίδα τους και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική και πολιτιστική ζωή της χώρας.