Η κυκλοφορία του επίμαχου βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι απλώς άλλο ένα επεισόδιο της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης. Έχει ήδη επιφέρει θεσμικές συνέπειες, έχει δηλητηριάσει τον δημόσιο διάλογο και -το σημαντικότερο- δοκιμάζει την αντοχή της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς.
Γιάννος Γεωργιάδης
Δικηγόρος & Νομικός Σύμβουλος
Μετά τη διάδοση του βίντεο, η Πρώτη Κυρία, Φιλίππα Καρσερά, υπέβαλε παραίτηση από τον ρόλο της στον Ανεξάρτητο Φορέα Κοινωνικής Στήριξης, εξηγώντας ότι δεν επιθυμεί η θέση της να χρησιμοποιείται ως όχημα πολιτικής εκμετάλλευσης και ότι αισθάνθηκε βαθιά προσβεβλημένη από στοχοποιήσεις και υπαινιγμούς. Αντίστοιχα, ο Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου, Χαράλαμπος Χαραλάμπους, υπέβαλε παραίτηση, τονίζοντας ότι δεν αποδέχεται «ούτε την παραμικρή σκιά» στην ακεραιότητά του και ότι δεν θα επιτρέψει να καταστεί η θέση του πεδίο πολιτικής εργαλειοποίησης εις βάρος του Προεδρικού και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι παραιτήσεις αυτές παρουσιάστηκαν ως πράξεις ευθύνης για την προστασία των θεσμών και την αποτροπή περαιτέρω εργαλειοποίησης — όχι ως ομολογία οποιασδήποτε παρανομίας.
Η πρώτη αλήθεια που πρέπει να ειπωθεί καθαρά είναι ότι ένα βίντεο που κυκλοφορεί ανώνυμα, σε αποσπασματική μορφή, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως «ετυμηγορία». Ο δημόσιος διάλογος στην Κύπρο συχνά τείνει να μετατρέπει την ένταση σε συμπέρασμα και το συμπέρασμα σε καταδίκη. Όμως, σε μια ευνομούμενη πολιτεία, η απόδειξη δεν γεννιέται από τη φασαρία. Γεννιέται από τη διαδικασία.
Εδώ, λοιπόν, υπάρχει μια σειρά που δεν είναι διαπραγματεύσιμη: πρώτα τεχνική ταυτοποίηση, μετά θεσμική διερεύνηση και, στο τέλος, πολιτική αξιολόγηση. Χωρίς πρωτότυπο αρχείο, χωρίς μεταδεδομένα, χωρίς αλυσίδα φύλαξης και χωρίς πραγματογνωμοσύνη για τυχόν συρραφές ή μοντάζ, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι έχει πλήρη και ασφαλή εικόνα. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι προηγήθηκε, τι ακολούθησε, τι αφαιρέθηκε, ποια ήταν η ακριβής πρόθεση, ποια ήταν η πραγματική δυναμική της συζήτησης. Και, το πιο κρίσιμο, κανείς δεν μπορεί να μετατρέψει μια ερμηνεία σε ποινική κατηγορία.
Ακόμη και αν κάποιος θεωρεί ότι «ακούγονται πράγματα» που τον προβληματίζουν, οφείλει να δεχθεί ότι η ίδια εικόνα μπορεί να επιδέχεται περισσότερες από μία αναγνώσεις. Δεν αποκλείεται, για παράδειγμα, οι εμπλεκόμενοι να επιχειρούσαν —ορθά ή λανθασμένα, επιδέξια ή αδέξια— να ενθαρρύνουν μια μεγάλη επένδυση στη χώρα και να μεταφέρουν το μήνυμα ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες θα βοηθήσουν ώστε μια σύνθετη διαδικασία να προχωρήσει ομαλά, θεσμικά και χωρίς προσκόμματα. Μπορεί σε κάποιους να μην αρέσει η αισθητική ή ο τρόπος. Όμως άλλο η πολιτική ή ηθική κριτική, που είναι θεμιτή, και άλλο η βεβαιότητα ότι στοιχειοθετείται αδίκημα. Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με «καταδίκες» στα κοινωνικά δίκτυα.
Το σημείο όπου ο δημόσιος διάλογος γίνεται πραγματικά επικίνδυνος είναι η πολιτική εργαλειοποίηση ενός ανεπιβεβαίωτου υλικού. Όταν πολιτικοί και δημόσια πρόσωπα σπεύδουν να καταλήξουν σε «τετελεσμένη ενοχή» πριν ολοκληρωθεί οποιαδήποτε επίσημη ταυτοποίηση, δημιουργούν δύο παράλληλες αδικίες: αφενός αδικούν πρόσωπα που δεν έχουν κριθεί από κανέναν αρμόδιο θεσμό, αφετέρου αδικούν την ίδια τη χώρα, η οποία εμφανίζεται διεθνώς να αυτοϋπονομεύεται. Το πιο ανησυχητικό, μάλιστα, είναι ότι μια τέτοια βιασύνη μπορεί —άθελά της— να εξυπηρετεί εκείνους που πιθανόν είχαν κακόβουλη σκοπιμότητα στη δημιουργία και διάδοση του βίντεο: να προκαλέσουν σύγχυση, πόλωση, δυσπιστία και αποσταθεροποίηση.
Ταυτόχρονα, η υπόθεση μας διδάσκει κάτι απολύτως πρακτικό: απαιτείται αυστηρό due diligence για όσους εμφανίζονται ως «επενδυτές» τεράστιων ποσών και προσέρχονται με υποσχέσεις για μεγάλα σχέδια. Πριν δαπανηθεί χρόνος, πριν ανοιχτούν πόρτες, πριν γίνουν συστάσεις ή παραπομπές σε κρατικούς αξιωματούχους, πρέπει να προηγείται τεκμηριωμένος έλεγχος ταυτότητας, φήμης, ιστορικού, πηγής κεφαλαίων, ενδιάμεσων, κυρώσεων και συγκρούσεων συμφερόντων. Αυτό δεν είναι γραφειοκρατία. Είναι ασπίδα προστασίας των θεσμών, αλλά και των έντιμων επενδυτών που θέλουν να δραστηριοποιηθούν στη χώρα χωρίς να συρθούν σε ύποπτες ιστορίες.
Και εδώ χρειάζεται μια ισορροπία που αξίζει να τονιστεί: η Κύπρος δεν πρέπει να γίνει φοβική απέναντι στις επενδύσεις. Οι κρατικοί αξιωματούχοι δεν πρέπει να αποθαρρύνονται από το να συναντούν σοβαρούς επενδυτές. Μια χώρα που θέλει ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και διεθνή παρουσία, δεν μπορεί να κλείνει πόρτες. Μπορεί όμως —και οφείλει— να θέτει όρους: κάθε προσέγγιση υψηλής αξίας να περνά από θεσμικά φίλτρα, με καθαρές διαδικασίες, με ίχνος ελέγχου, με διαφάνεια και ασφάλεια.
Η συγκυρία επιβάλλει μεγαλύτερη σοβαρότητα από ποτέ. Η Κύπρος έχει αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το πρώτο εξάμηνο του 2026, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών εξελίξεων. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια χτίσαμε σημαντικές διεθνείς σχέσεις και συνεργασίες — πολιτικές, γεωπολιτικές και αμυντικές — που ενισχύουν το κύρος και την ασφάλεια της χώρας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να αφήσουμε ένα βίντεο, και κυρίως την πολιτική του εκμετάλλευση, να αποσπά την προσοχή και να υπονομεύει την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό.
Το συμπέρασμα είναι απλό και πρέπει να ειπωθεί χωρίς φόβο και χωρίς υπερβολές. Ναι στη διαφάνεια και στη λογοδοσία, αλλά με θεσμούς και αποδείξεις. Ναι στις επενδύσεις και στην εξωστρέφεια, αλλά με αυστηρό due diligence. Όχι σε τηλεδικείο, όχι σε πολιτικό καιροσκοπισμό που διχάζει και αποδυναμώνει. Πάνω απ’ όλα, ενότητα και κοινή γραμμή υπέρ του εθνικού συμφέροντος. Σε τέτοιες στιγμές, αυτό που μας προστατεύει δεν είναι τα συνθήματα· είναι η νηφαλιότητα, η τεκμηρίωση και ο σεβασμός στον κανόνα δικαίου.
Μπορούμε —και οφείλουμε— να απαιτήσουμε πλήρη διερεύνηση, πλήρη διαφάνεια και σαφείς απαντήσεις. Αλλά πρέπει να το κάνουμε με τρόπο που να ενισχύει τη Δημοκρατία, όχι να την υπονομεύει. Και, κυρίως, να μην επιτρέψουμε σε κανέναν —ούτε σε όσους λειτουργούν κακόβουλα, ούτε σε όσους επενδύουν σε πολιτικό όφελος— να πλήξει αυτό που πραγματικά μετρά: την Κύπρο και το μέλλον της.
Το επίμαχο βίντεο στα social: Όχι τηλεδικείο, όχι πολιτική εργαλειοποίηση – Πρώτα η χώρα
Η κυκλοφορία ενός βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει προκαλέσει πολιτική θύελλα στην Κύπρο, με αποτέλεσμα τις παραιτήσεις της Πρώτης Κυρίας, Φιλίππας Καρσερά, και του Διευθυντή του Γραφείου του Προέδρου, Χαράλαμπου Χαραλάμπους. Ο συγγραφέας τονίζει ότι η αξιολόγηση του βίντεο πρέπει να γίνει με βάση μια θεσμική διαδικασία, ξεκινώντας με την τεχνική ταυτοποίηση και την πραγματογνωμοσύνη, και όχι με πολιτικές καταδίκες και ερμηνείες. Επισημαίνει ότι η πολιτική εργαλειοποίηση του βίντεο υπονομεύει τους θεσμούς και ότι η αλήθεια δεν μπορεί να προκύψει από την ανώνυμη κυκλοφορία αποσπασματικών πληροφοριών.
You Might Also Like
Έλενα Περικλέους: «Είναι μια θέση ευθύνης με ηθικό βάρος»
Δεκ 28
Κύπρος στις αρχές του 2026: Ρεαλισμός, αυτοσυγκράτηση και τα όρια της πολιτικής πίεσης
Ιαν 4
Σίμος Μαγγανής: «Δεν φτιάχνεις κινηματογραφική βιομηχανία με μία καλή ταινία»
Ιαν 10
Τις κερκόπορτες στην ρωσική παραπληροφόρηση τις έχουμε ανοίξει μόνοι μας
Ιαν 10
Σχολιάζουν την παραίτηση Χαραλάμπους τα κόμματα – Επανέρχονται για το επίμαχο βίντεο
Ιαν 12